Αρχιτεκτονική και περιβάλλον στην Ελληνική ποίηση    / του Αντώνη Κ. Αντωνιάδη

 

                                                                                                                Έτσι είμαστε εμείς. Έλληνες.

                                                                                                                Το ίδιο μπορούμε να φτιάχνουμε,

                                                                                                                το ίδιο και να χαλούμε,

                                                                                                                Ολόιδια όπως ο Θεός. *

                                                                                                                                    

                                                                                                                          Βάσος Καπάνταης, Γλύπτης

                                                                                                                                                                           29.11.61

 

Μεθάει κανείς από Ελλάδα, τα βουνά, τις θάλασσες, τις πόλεις και τα χωριά της, τα σπίτια, τις γειτονιές, τις εκκλησιές, τα παρεκκλήσια, τα καταγώγια  και τις ταβέρνες , μέσα απ’την πένα των ποιητών της. Ποιητές ρομαντικοί, ζαλισμένοι απ’τη δύναμη του χώρου και των τοπίων, σαν τον Κρυστάλλη, τον Πορφύρα, το Δροσίνη και τον Νιρβάνα, περίγραψαν, επαίνεσαν και συχνά ταύτισαν τον άνθρωπο τις συνήθειες και τα έθιμά του μ’εκείνα πούβλεπαν τα μάτια τους και πόναγ’  η καρδιά τους. Άλλοι πήγαν βαθύτερα: είδαν, υπέφεραν, δάκρυσαν κι έσκαψαν τα σπλάχνα της γης[1], μα και του είναι τους · η ποίησή τους βγήκε μέσ’απο κρυφά κι απόκρυφα μυστικά του τόπου, της τέχνης, της γλώσσας και της ψυχής τους. Αυτοί οι λιγότεροι, και τούτοι ειν’ολοι οι μεγάλοι ποιητές μας, έφτιαξαν έργο που Ελλάδα κι αυτοί, χώρος-τοπίο και σκέψεις, έγιναν ένα, ακόμη κι αν ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως οι Κάλβος και Σολωμός, δεν γνώρισαν προσωπικά πολλούς απ’ τους Ελληνικούς τόπους που εξύμνησαν[2]μα βρίσκονταν με το πνεύμα κοντά τους[3] · λες και τοπίο κι Ελλάδα, Μεσολόγγι , Παρθενώνας κι Αττική , Σούνιο κι Ελληνικές θάλασσες, βγαίναν μέσα απ’το  DNA τους. Το ίδιο κι ή  σειρά των μεγάλων ποιητών μας  μετά απ αυτούς, όπως οι Παλαμάς, Σικελιανός, Καβάφης, Σεφέρης, Ελύτης, Βάρναλης και Ρίτσος. Αυτοί πιά, έγιναν ψυχή και πνεύμα του τόπου με τα έργα τους[4]·Λαός ο καθένας τους με τον τρόπο κι'απο το μετερίζι του, φάροι αλήθειας και κριτικοί του τόπου, καθοδηγητές λαού, μπούσουλας έμπνευσης Εθνικών στόχων ή προπέτασμα κάλυψης λαοπλάνων πολιτικών....!

Η ψυχή και το πνεύμα του Κυρίως Ελλαδικού χώρου, απ’την αρχαιότητα μέχρι λίγο πριν την περιβαλλοντική και αρχιτεκτονική καταστροφή που επήλθε μετά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, που σύμφωνα με το τετράστιχο του Καπάνταη, ακόμη κι αυτή θα μπορούσε να εκληφθεί ως ίδιον της φυλής, δόθηκε αρχικά  σε επικό βαθμό μέσ’απ’το φίλτρο της ποίησης του Κωστή Παλαμά[5]. Αυτός συχνότατα αναφέρθηκε σε τοπία, αρχιτεκτονικά έργα κι αρχιτεκτονική αλληγορία μέσα από ένα θετικό οίστρο, με οτιδήποτε αρνητικό αποδιδόμενο σε αλλότριες με τις γηγενείς ιστορικές περιστάσεις περιστάσεις, όπως εισβολές ξένων, Χριστιανισμό . Το ίδιο έγινε και με τον Καβάφη όσον αφορά το στοιχείο του Ευρύτερου Ελληνικού χώρου, του Ελληνισμού της διασποράς που κρατιέται απ’την έλξη του μητρικού χώρου και δεν γνωρίζει γεωγραφικά σύνορα κι ιστορικά περιθώρια.

Ο Παλαμάς παρά το ότι αρκετές φορές δένει τον αυτό του και φέρνει σε συναισθηματικό διάλογο την ψυχή και την καρδιά του με αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά στοιχεία, τρούλους, σταυρούς και κυπαρίσσια, πόλεις, ναούς, σεράγια , λιμάνια, αρχιτεκτονικά υλικά και οικοδομικές διαδικασίες [6],  χαρακτηρίζεται ευρύτερα από αυτό που θα λέγαμε αντικειμενική διάθεση στη χρήση της αρχιτεκτονικής αλληγορίας, μια και συνήθως κάθεται σε απόσταση και βάζει το τοπίο και τα μνημεία να «μιλούν» ή να «βλέπουν» διηγούμενα αντ’ αυτού τις καταστάσεις της ιστορίας[7]. Αντίθετα το «εγώ» του Καβάφη  είναι το φίλτρο μέσ’  απ’  το οποίο ο ίδιος ο ποιητής μιλά για τον χώρο στον οποίο ζει και για τις καταστάσεις που περνάει. Ο Σικελιανός, τελικά είναι ο πρώτος της σειράς των μεγάλων ποιητών του μητρικού Ελλαδικού χώρου που αντιμετωπίζει τοπίο και χτιστό περιβάλλον υποκειμενικά κι  εκφράζει μεσ’  από την ποίησή του την προσωπική κι  αλληλένδετη σχέση του Έλληνα με τη γη , τον ουρανό  και τις θάλασσες της χώρας :

                      «βουή του πελάου πλημμυρίζει

                        τις φλέβες μου

                        απάνω μου τρίζει σα

                        μυλολίθαρο ο ήλιος

                        .

                        .

                        .

                        γαληνεύει , ως τον άμμο βαθιά μου

                        και απλώνεται η θάλασσα πάσα.»[8]

Στο κατόπι του Σικελιανού οι Σεφέρης κι  Ελύτης  παρασύρουν με τον τρόπο τους ο καθένας σε μια ιεράρχηση του Ελληνικού χώρου. Ιεράρχηση ιερή, ανεξήγητη, που αναδύεται στο άκουσμα λέξεων : Σίφνος, Αμοργός, Αλόννησος, Θάσος, Ιθάκη, Σαντορίνη, Κως, Ίος, Σίκινος[9].

Και πάλι ίδια ανατριχίλα απ’τον Σεφέρη : Ύδρα, Αίγινα, Πόρος, Σαντορίνη, Αθήνα, Μαρούσι, Κηφισιά. Πιότερο απ’ όλους τελικά ο Σεφέρης , γίνεται ο εκλεκτικός του Ελληνικού τόπου, ο διεθνής ήρωας που ζει  μακριά , γεύεται κατά καιρούς τη χώρα του , φεύγει και θυμάται[10]· πού η ποίησή του βγαίνει σα μετουσίωση ερεθισμάτων της θάλασσας , νησιών και τόπων του αγαπητών, όπως της Ύδρας, του Πόρου, του Μαρουσιού , της Κηφισιάς , της Πλάκας, των Αναφιώτικων, Αρχοντικών της Κηφισιάς[11] και λαϊκών σπιτιών όπως το σπίτι του Ροδάκη[12]  , του σπιτιού που γίνεται μεγάλο σαν γυρνά ο ξενιτεμένος[13], των σπηλιών στις ακτές στα πέλαγά μας.

Άλλοι , όπως ο Βάρναλης και ο Ρίτσος, μας έδωσαν τα καταγώγια, τις ταβέρνες[14], τα μπαρ[15] , τα καφενεία, τ’αγάλματα των νεκροταφείων[16], τα τοπία της εξορίας, …μ’αλλα λόγια της ολοκλήρωσης του τοπίου και των χειροτεχνημένων στιγμάτων των τοπίων της χώρας μας. Ποιητές κι αυτοί σαν τον Καβάφη, πιο τολμηροί και μαχητικοί όμως, που τα έργα τους βγήκαν μεσ’απ’την αγωνία τις ιδέες τους , ανακατεμένα με τη λάσπη , το αίμα από τις σάρκες τους, τις αρρώστιες και την κακουχία των τόπων της εξορίας.

...Και δεν υπάρχει ποίηση που έξω απ’το αρχικό ρομαντικό και τη λυρικότητα που διακρίνει πολλούς διεθνείς «τραγουδιστές» του φυσικού κόσμου (όπως π.χ Walt Whitman, Emerson, Thoreau, Thomas Dylan), που ναχει αντιμετωπίσει τον φυσικό κόσμο κατά περισσότερο μεταφυσικό τρόπο όπως η ποίηση της Ελλάδας του εικοστού αιώνα[17].

....Κι επειδή ο αρχιτέκτονας είναι ο κατ’εξοχήν ποιητής του χώρου, στις ελάχιστες φορές που καταφέρνει να κάνει αυτό που μόνο ή λέξη «αρχιτεκτονική» εννοεί, είναι αναπόφευκτο να βρίσκει ανακούφιση, συντροφιά στον αγώνα δημιουργίας, έμπνευση και ξεκίνημα, στα έργα εκείνα των ποιητών του λόγου που ασχολήθηκαν με συγκεκριμένες έννοιες ή συγκεκριμένα στοιχεία του χώρου, του αρχιτεκτονικού χώρου.

Είναι θησαυρός για τον Έλληνα αρχιτέκτονα η ποίηση των Ελλήνων ποιητών¨.

Καταστάλαγμα ζωής ολόκληρης τα τραγούδια του, ερμηνείες κοσμογονικές για αρχές και αξίες που βρίσκονται στη ρίζα της γένεσης των

αρχιτεκτονικών έργων.

                       «Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;

                        χρόνια ξενιτεμένος ήρθες

                        με εικόνες που έχεις αναθρέψει

                        κάτω από ξένους ουρανούς

                        μακριά απ’τον τόπο το δικό σου»[18]

Με λίγες γραμμές ο Σεφέρης ξεκαθαρίζει το πρόβλημα που τόσο βασανίζει τον καθένα. Το σημαίνον και το σημαινόμενο, την επιρροή των διάφορων περιβαλλόντων στους ανθρώπους και τη σχετικότητα εικόνων κι εννοιών μα και της κλίμακας της αρχιτεκτονικής που γίνεται κρυστάλλινα κατανοητή στη συνέχεια του γυρισμού

του ξενιτεμένου :

                       «Γυρεύω το παλιό μου κήπο.

                        Τα δέντρα μου έρχονται ως τη μέση

                        κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια

                        κι όμως σαν είμουν παιδί

                        έπαιζα πάνω στο χορτάρι

                        κάτω από τους μεγάλους ίσκι ους

                        κι ετρεχα πάνω σε πλαγιές

                        Ώρα πολλή λαχανιασμένος»[19]

Και με την επόμενη στροφή έρχεται ο ποιητής να μας πει όλα όσα μας είπαν με τόσα βιβλία και φασαρία οι οπαδοί της θεωρίας της προσαρμοστικότητας:

                        Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου

                        σιγά σιγά θα συνηθίσεις......»[20]

 

Το «σπίτι» είναι κάτ’εξοχήν ιερό στοιχείο στον άνθρωπο .Ο Gaston Bachelard αναφέρθηκε στην έννοια του σπιτιού στο βιβλίο του «Ποιητική του χώρου» μέσα απ’το έργο των Γάλλων ποιητών . Η ποίηση των Ελλήνων συνηγορεί στην ποιητική αντιμετώπιση του σπιτιού κι ερχεται να συμπληρώσει τα επιχειρήματα και τις θέσεις του Γάλλου φιλοσόφου[21]. Η Ελληνική ποίηση θεωρεί το σπίτι κάτω από κατ’εξοχήν «ιερή σκοπιά».

Ανθρωποι και τα σπίτια προέκταση του ανθρώπου, αντιπροσωπευτικά εκείνου που τάφτιαξε, με τις χαρές και τις λυπες τους, χαμογελαστά, νεανικά , γέρικα[22], που θα μεινουν μετά το θάνατό σου, να χαιρετίσουν με το αποτύπωμα της παλάμης σου  στο σουβά του τοίχου τους τον ξένο που θα τα επισκεφτεί[23] . Το σπίτι που κρατάει τις αναμνήσεις αγαπητών προσώπων που έφυγαν «στους τοίχους στο καθρέφτη, στα εικονίσματα», το σπίτι που στοιχειώνει[24]. Το σπίτι είναι εκείνο που ρημαγμένο με το θάνατο θα καρτερεί την επιστροφή του νεκρού παιδιού, αφήνοντας το να μπει μέσα «σαν απαλός ζέφυρος και γλυκό φιλί»[25].

Οι Παλαμάς και Σεφέρης, είναι από τους αντιπροσωπευτικότερους ποιητές μας που έγραψαν για το "Σπίτι". Ο πρώτος μάλιστα, εκτός απο τα ποιήματά του, θα γράψει απανειλημμένα  και  δοκίμια με θέμα το Σπίτι, ώστε κάλλιστα να μπορεί να θεωρηθεί κατ’ εξοχήν γνώστης της τυπολογίας του  σπιτιού της εποχής του, του εσωτερικού διακόσμου  αλλα και των σχετικών με τα οικοδομικά, κοινωνική προσφορά, μετασχηματισμούς και λειτουργία του. Διατυπώνει δε , οπωσδήποτε και σειρά χωροψυχολογικών, και υπαρξιακών, γύρω απο το σπίτι θεμάτων. Ο Σεφέρης ολοκληρώνει την εθνικο-ποιητική διατριβή του Παλαμά. Σπίτια στα νησιά, στα προάστια της Αθήνας, απλά, νησιώτικά ή νεοκλασικά, πλούσια ή φτωχικά, ολα οσα γαλούχησαν τις ευαισθησίες των ποιητών μας...τόσο που στο τέλος τα αντιμετωπίζει σαν άγνωστα όντα, πολύπλοκα , αψυχολόγητα, όπως τους συνανθρώπους.

 

Ο Σεφέρης , πούζησε σε τόσα σπίτια και που γι’αυτόν το «σπίτι» είναι τόσο ιερό που σε μια στιγμή φθάνει στο σημείο να εξισώσει την ποίησή μ’ένα απ’αυτά, το σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα[26], στο τέλος θα καταλήξει :

                    «...Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,

                        ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

                     ...Δεν ξέρω πολλά πράγματα από  σπίτια

                        θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους.»[27]

Κι ανάμεσα στις δύο αυτές στροφές, ψυχολογικά κατασταλάγματα της πολυπλοκότητας του χαρακτήρα των σπιτιών ή αντίθεση της πανδαισίας εικόνων και δυναμικότητας της ζωής μέσα σ’αυτά με χρώματα , κεντήματα στα παραθυρόφυλλα , στο φως του ήλιου....Κι απάνω απ όλα ότι το σπίτι παίρνει το χαρακτήρα του, γαλουχείται αλλά ζει, όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας[28], τότε:

                   «...Ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν

                        μ’εκείνους που έμειναν , μ’εκείνους πού έφυγαν

                        μ’άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν.....»[29]

Ολόκληρη η κοσμοθεωρία γύρω απ’το θέμα του χρήστη και της αρχιτεκτονικής και κατά προέκταση του ρόλου του αρχιτέκτονα στην πορεία της διαμόρφωσης[30]. Κιενώ ο Σεφέρης αναφέρεται στην ψυχή, το ταμπεραμέντο , την ιερότητα και  ανθρωπομορφικό ανάλογο των σπιτιών, ο άλλος κορυφαίος μας, ο Καβάφης, παίρνει την ψυχή και μιλάει για το σπίτι της. Όπως ο George Rodenbach, έτσι κιαυτός , βλέπει τις επιθυμίες να κάθονται γύρω στη φωτιά του σπιτιού της ψυχής έχοντας τη μορφή «μεταξοφορεμένων γυναικών»[31] . Χρειάζεται αρχιτεκτονική αλληγορία ο Καβάφης για να «στεγάσει» τις σκέψεις του. Και τούτο είναι διάχυτο στην ποίησή του.

«Σπίτι» για τον Καβάφη , το Αλεξανδρινό ον, κι όχι τον ποιητή ,  είναι μάλλον ο εξωτερικός χώρος παρά το καθ’εαυτού σπίτι του στην οδό Lespius (τώρα οδός  Sharm el Sheikh) για το οποίο ο ίδιος δεν θέλει να μιλά. Τα παράθυρά του, οι τοίχοι του, στοιχεία που τον ενώνουν μα και τον απομονώνουν από τον έξω κόσμο, εχουν μεγαλύτερη σημασία γι’αυτόν · είναι τα φυσικά στοιχεία που στην ποίησή του παίρνουν μεταφυσική οντότητα. Γίνονται μεταφορές , μέσα απ’τις οποίες εκφράζει τις καταστάσεις του μα και τη σχέση του με τον κόσμο. Χτίστης ο Θεός. «Θεέ μου πρωτομάστορα» , όπως θα ψάλλει ο Οδυσσέας Ελύτης[32]. Τι καλύτερες παρομοιώσεις απ’τα χτιστά δημιουργήματα του, τους χτίστες και τα έργα τους για να εκφράσει ο ποιητής τις θέσεις και τα συναισθήματά του; Ολόκληρος ο κόσμος του Καβάφη κι οι θέσεις του για τον κόσμο μέσα από αναφορά στον κόσμο ολόκληρο: οι δρόμοι, τα σπίτια , τα τείχη, τα παράθυρα, οι χτίστες, και τελικά η πόλη, το λιμάνι και τα προάστια , γίνονται αιτίες και φίλτρα της έκφρασής του ποιητή[33].

Ένας αέρας απ’τους πίνακες του De Chirico  πνέει μέσα απ’ τις γραμμές των φυσικών αναφορών της Καβαφικής ποίησης. Ωδή στη ζωή μα  και ελεγεία στο θάνατο το τραγούδι για τους δρόμους των πεζών.

                        Το περπάτημα του πρώτου πεζού...

                        Και τα παράθυρα που ανοίγουν....τραγούδι των

δρόμων τα πρωινά....Ενώ αυτοί που φεύγουν τα βράδυα, το κλείσιμο της πόρτας και των παραθύρων , η ελεγεία των δρόμων τα βράδυα[34]. Ανάμεσα στην ωδή και την ελεγεία η μέρα του ποιητή. Μέρα που τη βοηθά το παράθυρο, η σύνδεση με τον έξω κόσμο. Και τούτο στις όμορφες κ’ ήσυχες νύχτες του φθινοπώρου. Τότε που για ώρες ολόκληρες κάθεται σε απόλυτη ησυχία και ρουφάει απ’την πηγή του παραθύρου του αναμνήσεις και «κόσμο αγνώριστο»[35]... «διεφθαρμένο κόσμο»[36].

Τείχη κρατούνε μέσα , «χωρίς λύπη, χωρίς ντροπή, τείχη που χτίσαν οι άλλοι γύρω μας..., τείχη που δεν ακούσαμε τους θορύβους των χτιστών τους[37]. Τείχη της απομόνωσης των φυλακών που ζούμε.

Στίχοι που αν τους είχαν προσέξει οι πολεοδόμοι κι οι εργολάβοι του καιρού μας θάχαμε πιο ζωντανούς πεζόδρομους, διαφορετικότερες «νέες πόλεις» , «διαφανέστερους τοίχους» κι όχι Τείχη · θάχαμε ανοίγματα για επικοινωνία, αντίθετα με τους «τοίχους» εκτός κλίμακας κι απαισιοδοξίας των μιμητών του De Chirico,του Leo Krier, του Mathias Ungers και της αρχιτεκτονικής μονοτονίας, ιστορικίζουσας, φασίζουσας ή νέο-μοντέρνας και οτιδήποτε ήθελε μελλοντικά προκύψει [38]. Ο Καβάφης που είναι σταθμός ανθρώπινος στην επικοινωνία με το σύνολο μέσα απ’τη χρήση της πέννας και της τέχνης του, δεν παύει ναναι παρά μια περίπτωση ανθρώπινης ύπαρξης που καταπιάνεται με πανανθρώπινες καταστάσεις. Είναι όμως η περίπτωση του ανθρώπου πούζησε μια κλειστή ζωή, που οι διαπιστώσεις του διατυπώθηκαν μέσα απ’το φίλτρο της εσωστρέφειας , του μέσα κι έξω κόσμου. Είναι σταθμός ο Καβάφης μα δεν είναι αναγκαστικά ο λυτρωτής ή το Ευαγγέλιο. Οι αντιλήψεις του , οι ερμηνείες του για το φυσικό κόσμο γενικεύονται, γίνεται πραγματικά στοιχείο και «πνεύμα το τόπου» σαν βγαίνει στο έξω χώρο και μας μιλά γι’αυτόν. Γίνεται ο υμνητής και κριτής της Αλεξάνδρειας ή των προαστίων της Αντιόχειας. Κι η πόλη του, όπως διεξοδικά ανέλυσε ο Edmund Keeley στο σύγγραμμά του “Cavafys Alexandria” τον απασχολεί μα και τον επηρεάζει σε πολλαπλά επίπεδα αναφοράς : «Κυριολεκτικά», «αλληγορικά», «αισθησιακά»[39]. Κι είναι η σχέση του ποιητή με την πόλη του,  όπως έδειξαν οι μελετητές και οι βιογράφοι του, το κεντροβαρικό ερέθισμα στο γαλούχημα του έργου του, όπως και της ζωής του. Ο ποιητής ασχολείται με το ποίημα « ή πόλις» επί σειρά ετών[40] , γράφοντας και ξαναγράφοντας , τελειοποιώντας την μορφή του, χαράζοντας έτσι στο χρόνο την πορεία της αλληλένδετης σχέσης με την πόλη, τους ανθρώπους και τα φυσικά της στοιχεία, για να καταλήξει στο τέλος:

                        «....Καινούργιους τόπους δεν θα βρής, δεν θα βρής άλλες

                        θάλασσες.

                        Η πόλις θα σε ακολουθεί....

                        .

                        .

                        Πάντα στην πόλη αυτή θα φθάνης. Για τα αλλού , μη

                        Ελπίζης,

                        δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.»[41]

Αυτή είναι η πόλη του Καβάφη, ή όπως θα μπορούσαμε να πούμε, όλων των Ελλήνων, η πόλη του Οδυσσέα, του παντοτινού γυρισμού, η πόλη που όσο κι αν τυραννάει , όσο κι αν σε παιδεύει σε κρατάει δέσμιο κι από τα πέρατα της γης την αναπολείς και σε καλεί να γυρίσεις. Είναι η πόλη που θέλει τις σάρκες σου να ανανεώσει το χώμα της και τη ζωή σου για να φτιάξει το πνεύμα του καιρού της. Κι έτσι , είναι μια πόλη άλλη, διαφορετική απ’την πόλη των άλλων και ιδιαίτερα του σημερινού Αμερικάνου, που δεν τον κρατά και που τον κάνει να ψάχνει, συνεχώς μετακινούμενος, γυρίζοντας τσιγκανικά, καραβάνι σε συνεχή μετατόπιση με τα αυτοκίνητά και τα τρέιλερς του, «πόλεις στάσης» , αχανείς  καταυλισμοί από τενεκεδόκουτα με ρόδες (mobile homes, mobile towns) στις  πεδιάδες και τις πλαγιές των οροσειρών της Καλιφόρνια .

Η πόλις του Καβάφη  είναι η Ελληνική πόλις. Γεννά έρωτα τοποφιλικό[42]. Άλλες πόλεις δεν προξενούν τέτοιο συναίσθημα παράφορα ερωτικό. Σ’αυτή την πόλη θα βρει τα πράγματα που αγαπά. Τους ναούς και τις εκκλησιές του, ειδωλολατρία και Χριστιανισμό μαζί, τη συνέχεια αιωνιότητας και πολιτισμού. Ίδια με το Σικελιανό που εξίσωσε τον Χριστό με το Διόνυσο[43] τραγουδά τον Χριστιανισμό ο Καβάφης με αναφορά στα ειδωλολατρικά παραφενάλια και τα αρώματα της εκκλησιάς[44]. Μεθάει απ το λιβάνι και τους ύμνους της λειτουργίας. Είναι το αισθησιακό συναίσθημα , η ανάμνηση του παρελθόντος της φυλής  αλληλένδετο με την αγάπη του για τον τόπο (Τοποφιλία) που ξυπνά την αγάπη του (έρωτα;) για την  εκκλησιά. Δεν είναι η θρησκεία ή η ανθρωπότητα , είναι μάλλον ο συγκερασμός θρησκείας κι ανθρωπότητας , μιας περιόδου του Ελληνικού πολιτισμού, της δόξας της Βυζαντινής παράδοσης όπως συνοψίζεται μέσα απ’το  ναό και τον ειδωλολατρικό τους διάκοσμο , που διεγείρει την ποιητική προσοχή του . Η πόλη του προσφέρει εκκλησιές , το λιμάνι της , τις Ταβέρνες και τα «σπίτια» που συχνάζει. Μέσα κει θυμάται και σκέπτεται , συστηματικά και συναισθηματικά. Μοναδικοί χώροι, και μοναδικές λειτουργίες στο περιβάλλον χρειάζονται για να τον κάνουν να σκεφτεί θάνατο και ζωή, ή συνθήκες καταπιεσμού και αδικίας.

Γιατί ο θάνατος είναι άδικος , ανεξήγητος, όταν χτυπά τη νιότη. Χρειάζεται το λιμάνι της πόλης του ο ποιητής για να στοχαστεί πάνω στο θέμα , να δώσει λύση.

Έτσι μόνο αν ένας τέτοιος θάνατος συμβεί σε ξένο, μακρινό λιμάνι, μακριά απ’το σπίτι και τους γερο-γονείς, θάναι  σα να μην έγινε  μια και πάντα θα πιστεύουν πως ο νέος που πέθανε είναι πάντα ζωντανός[45].

Απόσταση, αγαπητοί τόποι και πρόσωπα, όλα σχετικά στην εξίσωση ζωής και θανάτου, στον αγώνα της αθανασίας.

 

Ο Αρχιτέκτονας ψάχνει για την αυθεντικότητα των πόλεων και την αυθεντικότητα των λεπτομερειών τους, την «διανοητική ουσία», την «έννοια» του σπιτιού ή του «παράθυρου» , της «πόρτας» , «του τοίχου» , του κάθε τι του έργου υπό μελέτη. Δεν δέχεται συνταγές και λύσεις έτοιμες. Είναι κατ’ εξοχήν το δημιουργικό όν που «ψάχνει», πέρα από τους νόμους της φύσης και του τοπίου, όλα είναι ανοιχτά, ακόμη κι οι νόμοι της φύσης και του τοπίου, όταν κι αν χρειάζεται κι επιβάλλεται από το πνεύμα και την περίσταση. Ένα αναρχικό όν, σε μια συνεχή πάλη για μια εξελιγμένη φυσική αρμονία. Έτσι ακριβώς ήτανε πάντα οι μεγάλοι αρχιτέκτονες, ο Ικτίνος κόντρα στον βράχο της Ακρόπολης, οι Αγιονορείτες της Σιμωνόπετρας κόντρα στο σεισμό και τις κατολισθήσεις μα μέσα στα σύννεφα κοντά στο Θεό, ο Frank Lloyd Wright πάνω απ’τον καταρράχτη, ο Αλβάρ Αάλτο να ψάχνει τα πάντα, Έξω από αρχές και καθιερωμένα , ακόμη και για το πιο μικρό σπιτάκι.

Η Δημιουργία κατά την ποιητική έννοια και όπως υποστήριξε ο Jean Lescure πρέπει να βασίζεται σε καθαρό ξεκίνημα (pure beginnings) και νάναι «μια άσκηση ελευθερίας»[46]. Η γνώση των μυστικών της τέχνης, η γνώση της ιστορίας κι η γνώση πούρχεται  με την μελέτη των προηγουμένων έργων πρέπει να συνοδεύεται από την δυνατότητα του δημιουργού να ξεχνά τη  γνώση. Το να ξεχνά κανείς τι ξέρει, δεν είναι γνώρισμα άγνοιας αλλά μια δυσκολία στην προσπάθεια να ξεπεραστεί η γνώση[47], να πάμε πάρα πάνω, σ’ επίπεδα άγνωστα. Ο Καλλιτέχνης στην προσπάθειά του να πετύχει το «φρέσκο χτύπημα» δεν πρέπει να δημιουργεί όπως ζει αλλά να ζει στον τρόπο της δημιουργίας του. Έτσι κι οι «ποιητές αρχιτέκτονες» , οι δημιουργικοί και «φρέσκοι» ψάχνουν, μαθαίνουν, μα και ξεχνούν. Ψάχνουν όλες τις παραμέτρους και διαστάσεις του προβλήματος : Τα απτά και τα άυλα στοιχεία της αρχιτεκτονικής. Όλα που γίνονται γνωστά για να ξεχαστούν στην προσπάθεια δημιουργίας αρχιτεκτονημάτων που ξεπερνούν τα επίπεδα του καθιερωμένου. Αυτά που γίνονται έργα ποιητικά, δημιουργίες στην άσκηση της ελευθερίας.

Ο Έλληνας αρχιτέκτονας , ο ανώνυμος εκείνος χτίστης πούφτιαξε τα νησιά μας, ο λαός όπως έγραψε παλιά ο Άρης Κωνσταντινίδης[48], ίδια όπως κι ο Έλληνας «πολεοδόμος» της Αλεξάνδρειας, ο Μέγας Αλέξανδρος κι ο Ελληνισμός που φτιάξανε την πόλη, κάναν έργο μοναδικό! Έργο που  ήταν αποτέλεσμα του «είναι» , του δαιμονίου , των δοξασιών του τρόπου ζωής, της χαράς και λύπης της φυλής. Διαβάζοντας το  έργο  των ποιητών που ενέπνευσε είναι σα να αναφερόμαστε στο υπέρτατο έργο κριτικής  αρχιτεκτονικής που γράφτηκε για τη χώρα μας. Πρόκειται για ένα θησαυρό κριτικής , ντόμπρας κι απ την καρδιά, συνδεδεμένης με την ιστορία, τη στιγμή ή την τοπική ιδιομορφία και περιστασιακότητα. Είναι η κριτική που λείπει από τους επαγγελματίες του είδους. Όταν μιλάν οι ποιητές , είναι σα να μιλά ο λαός ολόκληρος για το έργο που έγινε. Η «υπόγεια ταβέρνα»[49] του Βάρναλη είναι το αρχέτυπο της κοινωνικής ζωής του τόπου, μιας εποχής που πέρασε. Ένα κομμάτι της ιστορίας , μιας ατμόσφαιρας, μιας κοινωνικής τάξης, μιας καταπίεσης, και μιας ανθρωπιάς που μόνο η υπόγεια ταβέρνα ήξερε να δέχεται με θαλπωρή, να γαλουχεί  και να επιτρέπει.

Ο Ρίτσος το ίδιο στις πιο καλές στιγμές του.

Κι αυτός στο καφενείο μαζί με τους άλλους, συντρόφους  και μη, όλους συντρόφους στη ζωή έτσι κι αλλιώς , όλοι τους    

                «...γέροι, αποτυχημένοι ηθοποιοί με βαμμένα μαλλιά , βαμμένα μάτια, »

         πού «...σχεδιάζουν στα πακέτα των τσιγάρων τους σπαθιά, στεφάνια δάφνης,»

αυτοί και το άγαλμα του καφενείου που «εικονίζει αυτούς τους ίδιους στην σωστή ηλικία».[50]

Το «καφενείο» του Ρίτσου, η «Ταβέρνα» του Βάρναλη, στοιχεία του χώρου, της πόλης που ζούμε, κοινωνικά κέντρα, που βλέπουμε φίλους, ερχόμαστε σ’επαφή με τον κόσμο , αναπολούμε τα παλιά, χώροι που μας κρατάν ζωντανούς. Χώροι ιδιόμορφοι προσαρμοσμένοι, ξενικές επιδράσεις, κι αυτοί όμως χώροι του τόπου μας, που τους ανέχεται ετούτος ο ποιητής πιο ανώδυνα απ τους άλλους. «Το βραδυνό μπάρ», χώρος με «καρέκλες, ποτήρια, λαδωμένα χαρτιά από τυρόπιττες», και πιο κάτω, κόσμος ολόκληρος αυτοί ξαίραν , οι πιο αθώοι και πάρα πέρα

«σ’ ένα τραπέζι με πολλά ποτήρια, μόνος ο νεαρός ιπποκόμος

σχεδίαζε σε μια χαρτοπετσέτα με κόκκινο μολύβι,

μιά ολόκληρη σειρά από σταυρούς.»[51]

Σταυροί , θάνατος, εμφύλιος, δικτατορίες, ξενιτιά, εξορία, φυγεμός, μοναξιά, γυρισμοί, τελωνεία, Αγάπες και μίση, το δράμα της φυλής . Μια μεταφυσική η καθημερινή ζωή μα και τα σύμβολα. Κι έρχετ’ ο Ρίτσος , πιο ζωγράφος απ’τους ζωγράφους, πιο μεταφυσικός απ’τους De Chirico και Magritte, να μας ταρακουνήσει το μυαλό γύρω απ’τα προβλήματα της μηδενικότητας που μας τυραννούν καθημερινά. Κι όλο τούτο με λίγες γραμμές και μιάν εικόνα, με την «πόρτα» στοιχείο κι αυτή του φυσικού κόσμου, του «μέσα» και του «έξω» που ζούμε.

Ναι, το να μην έχεις τίποτε έχει κι αυτό το νόημά τους, κι είναι σα μια πόρτα,

                        «Δίπλα στο δρόμο....

                        .............ολότελα μόνη, δίχως κήπο ή σπίτι»[52].

Αλληγορίες του ποιητή που απαντάν προβλήματα πολλών . Στοιχεία αρχιτεκτονικά που πολλές φορές μένουν αδιερεύνητα, άφωνα, πόρτες χωρίς κήπους ή σπίτι. «Πόρτες» του τίποτε, έστω κι αν μπαίνουμε σε σπίτι μέσα απ’αυτές.

Ο Ελύτης που επικαλείται τον Θεό, τον Πρωτομάστορα, μιλά κι αυτός για την πόλη την Ελλάδα, τη θάλασσα, το σπίτι, τα στοιχεία του. Άλλοτε μιλά αλληγορικά κι άλλοτε συγκεκριμένα. Κατανοεί τη χώρα του σαν ένα βράχο που «κατεβαίνει κλιμακωτά στη θάλασσα», μια «Ελλάδα», ή ένα χώρο που τον κρατά αγκαλιά, ανάμεσα σε χιονοστεφανωμένα βουνά[53].  Μέσα σ’αυτό το χώρο , εκεί που ανακατεύονται οι πολιτισμοί, ή Τεχνολογία με τις Καρυάτιδες[54], θα φτιάξει ο ποιητής το σπίτι του. Ένα σπίτι

                        ...παληό, με σαμιαμίδια,

                        και λυωμένα κεριά στα ράφια,

                        με πόρτες και παράθυρα ανοιχτά. Το παληό σπίτι που ξεφορτώνει το βάρος της μοναξιάς στη νύχτα. Ένα σπίτι πούχει κήπο μα και παράθυρα που τρέμουν στο φως του εσπερινού[55].

Παράθυρα που αλλού γίνονται στόματα αλληγορικά που αφήνουν όμοφρες λέξεις  ν’ακουστούν· η ποίηση του ανοιχτού παράθυρου :

                        «Λέξεις που σπάνε σα φουντούκια,

                        Κάκτος

                        Κάστωρ

                        Κόνδορας

                        Falcon…….[56]

Κι είναι μόνο μια γωνιά για την οποία μας μιλά ξεκάθαρα, αν και γράφει ποίημα ολόκληρο από την «Βίλλα Νατάσσα» :

                        Εδώ σε μια γωνιά που κάθισα

                        Να καπνίσω το πρώτο ξέχνοιαστο τσιγάρο.[57]

Κι είναι σαν οι καπνοί του τσιγάρου που παίρνουν τον ποιητή να δει πάνω απ τη γή, τον ουρανό, κι όλα που τη σκεπάζουν. Περιβάλλον κι ο ουρανός κι ο Θεός μέσα του. Ενας Θεός που δεν τον βλέπουμε γιατί ο Θεός ξόδεψε πολύ μπλέ για να μας εμποδίζει να τον δούμε.

                        «Θεέ μου , πόσο μπλε ξόδεψες για να μη σε βλέπουμε»[58]

Ο Μπλε και καταγάλανος ουρανός  της Ελλάδας, η μπλε και καταγάλανη θάλασσά της , ή θάλασσα που θάβρει ο ποιητής στον παράδεισο, πούχει σημειώσει ένα νησάκι επάνω της,

                        .....κι ένα σπίτι στη θάλασσα

                        Με μεγάλο κρεββάτι και μικρή πόρτα.[59]

Κιείναι αργότερα που το σπίτι με τη μικρή πόρτα , γίνεται ναός, ναός με «τέσσερεις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό»[60], με « μεγάλη σάλα» και κουρτίνες και «γλυπτά» και «περιστήλια»[61] ... «που τα δέντρα χτυπούν το βορεινό παράθυρο»... για ναρθη αποκεί η γυναίκα  κι άλλα οράματα του ποιητή.

                        «Μέσα σ’αυτές τις κάτασπρες αυλές που ο νοτιάς φυσά

                        σφυρίζοντας μέσα στις αψιδωτές κιονοστοιχίες...»[62]

Ο ποιητής δεν μισεί κανένα. Δεν μισεί γιατί πρέπει να τραγουδήσει. Μαζεύει τις πέτρες αυτών που τον λιθοβόλησαν και δημιουργεί :

                        «Με τις πέτρες έχτισα βρύση »[63]

                                      Γίνεται αρχιτέκτονας να δροσίσει το σύμπαν. Είναι πολλές φορές που οι ποιητές μας γυρεύουν αναφορές σε χτιστά έργα για να εκφράσουν τα νοήματά τους με λόγο.

Δεν βρίσκει καλύτερο τρόπο ο Σεφέρης στην προσπάθειά του να εξηγήσει τον τρόπο της γραφής του Μακρυγιάννη , από το να παρομοιάσει τη δημοτική του κειμένου «μ’ένα παληό τοίχο στον οποίο αν κοιτάξεις από κοντά θα διακρίνεις κάθε κίνηση του χτίστη, πως εφάρμοσε τη μια πέτρα δίπλα στην άλλη, πως προσάρμοσε κάθε προσπάθειά που έκανε σε ότι είχε γίνει πιο πριν και σ’ότι ήταν νακολουθίσει, αφίνοντας στο τελειωμένο κτήριο το αποτύπωμα των περιπετειών μιας αδιάκοπης ανθρώπινης πράξης»[64].

Με τούτη την παρατήρηση του Σεφέρη , που τόσο δυνατά αγκίζει την αλληλουχία ποίησης και αρχιτεκτονικής, φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε αν είναι ο χώρος που φτιάχνει τους ποιητές ή οι ποιητές το χώρο; Η προσπάθεια να απαντήσουμε κι ο κύκλος της μελέτης μας φέρνει στον ιερό Παλαμά, πού ίσως πιο αντιπροσωπευτικά, μα και πιο δύσκολα απ’τους άλλους έκανε συχνή χρήση της αρχιτεκτονικής αλληγορίας και μέσα από αναφορά σε αρχιτεκτονήματα, μνημεία και έργα τέχνης, έδωσε το νου και το πνεύμα της ιστορίας του Ελληνισμού ολόκληρου.

Είναι τόσο δυνατό το αρχιτεκτονικό έργο για τον Παλαμά, που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αρχιτεκτονική αλληγορία στην προσπάθειά του να εξηγήσει την αλληλοσυσχέτιση των δύο αντιπροσωπευτικότερων ποιητικών του έργων :

« Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, είναι η πύλη, τα προπύλαια, μέσα από τα οποία περνάμε για να φθάσουμε Στη φλογέρα του βασιληά»[65]. Στη φλογέρα του βασιληά». Αργότερα θα πει για τη φλογέρα του Βασιλιά : "...είναι ναός που βρίσκονται μέσα του βωμοί όλων των πρμάχων και υπερμάχων θεών εθνικών και Χριστιανών...."[66]. Η αρχιτεκτονική είναι εκείνη μέσα από την οποία εκφράζει ο ποιητής τη θέση του για την Ελλάδα. Γνωρίζει την αρχιτεκτονική, την οικοδομική διαδικασία, είναι βαθύς γνώστης και στοχαστικός παρατηρητής των αρχιτεκτονικών στοιχείων και συμβόλων, γνωρίζει από υλικά, το βάρος, την εφαρμογή και την αξία τους [67]. Και μέσα από την αρχιτεκτονική αλληγορία παίρνει θέσεις ποιητικά για την κλασσική και τη Βυζαντινή Ελλάδα, τον Χριστιανισμό που κατέστρεψε και την πολυθεϊα, τις παραινέσεις του . Ο Δωρικός ναός του Παρθενώνα, « ο απλός και πελώριος», ο Ναός , «...κορώνα της κορώνας», Ναός « ...αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή, και Μούσα» [68],πάνω στο «Βράχο», τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, είναι τα φίλτρα μέσα απ’τα οποία περιγράφεται ο Ελληνισμός του Παλαμά , η πορεία μάλλον της φυλής, που είδε τα έργα της (αν και εγώ πιστεύω προσωπικά ότι επρόκειτο για την ματαιοδοξία του Περικλή παρά για το Λαό των Αθηνών), που είδε τα έργα της ναλλάζουν «ρούχα» με τους διάφορους πολιτισμούς που πέρασαν , γηγενών ή κατακτητών, να γίνεται δηλαδή Χριστιανικός ναός απ’τους Βυζαντινούς, Καθολικός απ’τους Φράγκους και προσωπόμορφος με φερετζέ από τους Μουσουλμάνους[69].

Κι είναι μέσα απ το αρχιτεκτονικό έργο, με αναφορά πάντα στον Παρθενώνα, που θα εκφραστεί ο ποιητής, θα θρηνήσει, όπως παρατήρησε ο Μασκελάρης, για μια ακόμη φορά το θάνατο της κλασσικής ομορφιάς μετά την «βαρβαρική εισβολή» της Χριστιανικής θρησκείας[70]. Η Αρχιτεκτονική κι ο Παλαμάς βρίσκονται σε συνεχή συνάρτηση. «Ο Παρθενώνας και ο Βράχος της ακρόπολης που στην αρχή θεωρούνται από την καθαρή σκοπιά της αθάνατης τέχνης, ζωντανεύουν αργότερα καθώς ο ποιητής βλέπει το ζωντανό θαύμα του κλασσικού πολιτισμού»[71].

Ο «Βράχος» παίρνει φωνή, βλέπει λεπτομέρειες , καθώς τον πλησιάζει η πομπή των Παναθηναίων.

Ο Ποιητής μιλά μέσα από την αρχιτεκτονική και το τοπίο της, κι αυτά μιλούν , φτιάχνοντας με τη σειρά τους την ποίησή του.

Η περίπτωση του Παλαμά αποδεικνύει το αλληλένδετο αρχιτεκτονικής και ποίησης, κι αν θέλετε, σύμφωνα με τα δικά μου πιστεύω, η ποίηση τα καταφέρνει να ανυψώσει σε υπέρτατο «εθνικό» το ατομικό δημιούργημα της προσωπικής και προς δόξα των ματαιόδοξων «αρχι-δημοκρατών» ή «δικτατόρων» έργων. Ο «λαός» εξαφανίζεται, και μέσα από την ποίηση , το αρχιτεκτόνημα του ενός , είναι δυνατό να παρουσιαστεί ως έργο ενός λαού, που ίσως δεν είχε να κάνει τίποτε, με το έργο, παρά να υπερηφανεύεται από «άγνοια» των παραγόντων που δούλεψαν πίσω του και το έφτιαξαν. Δηλαδή των χρημάτων που εσυλήθησαν για την εθνική άμυνα, ή των ζωών που χάθηκαν κατά την εκτέλεσή του. Τον Παλαμά τον συγκινούν «ο Βράχος» κι ο Δωρικός ναός , και τον κάνουν να συνθέτει το εθνικό ιστορικό του κάλυμμα, εκείνο που θα τα προστατεύει και θα τα κάνει «Ελληνικά» εις τους αιώνες, Δίνει φωνή , τα κάνει να μιλούν αντι γι’αυτόν, να βλέπουν , να αισθάνονται τι πέρασαν , τι υπέφεραν, πως μεταμορφώθηκαν στο πέρασμα της Ιστορίας, αλλά όχι ...πως έγιναν και ποιος πάτησε σε ποια «πτώματα». Ο Βράχος της Ακρόπολης μιλά μόνο για όσα βλέπει μετά την οικοδόμηση του ναού της Αθηνάς. Μιλάει για τους στρατιώτες που πλησιάζουν, που απ’τα σώματά τους στάζει ιδρώτας των χιλίων δρόμων που διάβηκαν και που τα μάτια τους ανάβουν οι φωτιές των πολέμων....πλήθος στρατιωτών που είναι δύσκολο να το μετρήσεις[72].....Και βέβαια, δεν κάνει προβλέψεις ο Παλαμάς, τι ακόμη τούμελλε αυτού του βράχου να δει, εκείνο το γυάλινο κουτί στους πρόποδές του [73].... Στην ιστορία αναφέρεται μόνο για να ορίσει το «παρόν» . Ο τρόπος που το κάνει είναι μοναδικός· δεν είναι μιμητικός ιστοριοδίφης, αλλά δημιουργός που βλέπει το έργο του σαν ένα κομμάτι στο κορδόνι της συνέχειας. Ας δουν οι άλλοι το δικό του και να το πάν πιο πέρα. Αυτός χρειάζεται  όχι μόνο την ιστορία και τον χώρο στον οποίο ζει μα και την οικουμένη, μια και το έργο του, έργο ανθρώπινο , ενός τόπου και χρόνου, δεν παύει να  είναι και έργο του κόσμου ολόκληρου. Αναφέρεται στην ιστορία, ερμηνεύει, και πάει μπροστά. Το ίδιο κι ο Καβάφης που ο ιστορισμός του είναι πολύ εντονότερος του Παλαμά. Αν κι ο Καβάφης διακρίνεται από νοσταλγική τάση όποτε χρησιμοποιεί ιστορικές αναφορές, δεν παύει να  είναι ο σύγχρονος, να σπρώχνει την ποίηση μπροστά, αυτός που μέσα απ’την ιστορία αγκίζει οικουμενικές αξίες, ανθρώπινες, του τότε και του τώρα. Ο ιστορισμός των μεγάλων ποιητών της Ελλάδας δεν είναι ρομαντικός ιστορισμός. Είναι ακριβώς αυτή η διάθεση που πρέπει να προσέξουν οι αρχιτέκτονες στην συνεχή σχέση τους με τον χτιστό παρελθόν του τόπου, στην προσπάθειά τους να χτίσουν στο τώρα για το μέλλον. Δεν πρέπει ο Έλληνας αρχιτέκτονας ν’αρνηθεί την ιστορία · ούτε πρέπει όμως να γυρίσει πίσω, να γίνει κενός μιμητής περασμένων ιστορικών περιόδων και ρυθμών, ρομαντικός σκηνογράφος , όπως πλείστοι όσοι μετα-μοντέρνοι αρχιτέκτονες του σκληρού πυρήνα ( Michael Graves, Robert Stern, Ricardo Bofill, Thomas Gordon Smith και του πλήθους των οπαδών τους από τα φυτώρια του Princeton και του Cornell και του περιοδικού Oppositions) .

Η έγνοια για την Ιστορία , το χώρο και την οικουμενικότητα, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία αυθεντικού έργου ενδεικτικού της συνέχειας του πολιτισμού του κόσμου. Οι μεγάλοι ποιητές μας δεν έπαψαν να νοιάζονται και για τα τρία. Αντιπροσωπευτικότατος σ’αυτή την περίπτωση ο Παλαμάς, δεν παύει να νοιάζεται και για τα τρία, την ιστορία, τον χώρο της πατρίδας του  μα και τον παγκόσμιο. Στο έργο του Λυρικά μονοπάτια και συγκεκριμένα στα ποιήματά του για τις πατρίδες[74], αναφέρεται  σε άλλες χώρες, άλλες πατρίδες και πολιτισμικά πλαίσια. Ο ποιητής είναι καταλύτης πολιτισμού. Του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στο χώρο της πατρίδας του και που για να κρατηθεί υγιής  πρέπει να θεωρηθεί σε σχέση με τον έξω κόσμο. Γιαυτό αγκαλιάζει και προσπαθεί να καταλάβει τον κόσμο ολόκληρο. Κοιτάζει γύρω , ψάχνει τους όμοιούς του. Ο Παλαμάς μελετά και αγαπά τους ποιητές της Αμερικής, της Γαλλίας και της Γερμανίας που εμπνέονται από το χώρο του δικού τους τόπου κι αυτοί . Δεν είναι παράξενο που μέσα από παρομοιώσεις του ευρύτερου χώρου και του τοπίου μιλά αγαπητά γι’αυτούς. Παινεύει τον Walt Whitman και δεν βρίσκει καλύτερο τρόπο παρά να τον παρομοιώσει με τους ποταμούς και τους δρυμούς της Αμερικής[75]. Κάνει τοπίο τον Whitman, «ένα Νιαγάρα που χτυπά τη λύρα», που παίρνει τις καθημερινές αισθησιακές εντυπώσεις του «από τη φύση χωρίς ερμηνευτικό μέσο». Σαν την ποίηση, έτσι κι η αρχιτεκτονική είναι μιά πνευματική κατάσταση και δείγμα πολιτισμού. Γραφτή ποίηση η μια , χτιστή η άλλη. Πέννα και μυστρί τα εργαλεία τους.

Δεν θάβρει ο αρχιτέκτονας κενούς περιγραφικούς ύμνους κτηρίων στην Ελληνική ποίηση. Ακόμη και’ο Βυζαντινός υμνητής της Αγίας Σοφίας, ο Παύλος Σιλενσιάριος, πήγε πέρα από την περιγραφή και μας έδωσε το δίδυμο μεγαλείο εκκλησίας και πολιτείας, γύρω απ’το οποίο ξετυλίγεται η Βυζαντινή ζωή[76].

Οι καλοί Έλληνες ποιητές πήγαν κάτω από την επιφάνεια, κάτω από την περιγραφή, τη μορφή , τα υλικά , τον διάκοσμο, μας έδωσαν την ουσία. Στην «ουσία» , στην «αυθεντικότητα» είναι που οι δύο ποιήσεις συναντώνται. Κι είναι ευτύχημα που οι Έλληνες αρχιτέκτονες έχουν τους Έλληνες ποιητές να αναφερθούν.

 

Σημειώσεις :

 *Πρόταξα , για διάλογο και στοχασμό, την προμετωπίδα αυτή τριάντα χρόνια  μετά την πρώτη γραφή του άρθρου . Θεωρώ ότι το τετράστιχο  του Καπάνταη που τόγραψε το ’61 και ήταν επηρεασμένο από τα χαλάσματα και την καταστροφή της Περγάμου και της Μικρασίας, πατρίδας των γονιών του,  ήταν προφητικό, λες  και διέβλεπε την ευρύτερη καταστροφή του Ελληνικού χώρου των δεκαετιών που ακολούθησαν, ιδίως μετά το 1960 . Ακόμη και το περιβαλλοντικά αρνητικό, του Έλληνα που χαλούσε-και είναι μια απ’τις μετά τον Κωστή Παλαμά περίοδο αποσιωπημένες αλήθειες ότι χαλάσαμε κι εμείς πολλά, ιδίως  αρχαίους Ελληνικούς ναούς, μουσουλμανικά τεμένη (Τζαμιά έμειναν ελάχιστα στον Ελλαδικό χώρο) ,νεοκλασικά κτήρια και ιστορικούς οικισμούς άρρηκτα συνδεδεμένων με την ιστορική μνήμη , ο καλός κι υπέρ Έλληνας ποιητής της σμίλης απ’τη Μυτιλήνη,  απέδιδε το αρνητικό αυτό σε  ιδίωμα της φυλής, **, εξισώνοντας, τον Έλληνα,  με το Θεό · το Ελληνα-διάβολο (θάλεγα εγώ), τον φανατικό Χριστιανό, και αργότερα τον εργολάβο-μηχανικό ή τον απλό κοινό εργολάβο, τον επιχειρηματία της γης και κτηματομεσίτη (Real Estate), τον πολιτικό και μεταπράτη, ακόμη και ορισμένους  ούτω πως αποκαλούμενους «υπουργούς πολιτισμού»,  τον διαχειριστή των δανείων και κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον κωλυσιεργούντα και μεθοδεύοντα, τον κυνηγό της μίζας , τον κριτή του διαγωνισμού του ΝΜΑ,  όλους εκείνους που φέραν τη χώρα τούτη να δέχεται περιβαλλοντικό-αρχιτεκτονικά και μετά-αρχιτεκτονικά εγκλήματα, από την αλλοίωση του μέτρου και της κλίμακας των οικισμών, των νησιών και της υπαίθρου, μέχρι το κάψιμο των δρυμών  και  την καταστροφή των πάντων στο Κέντρο της Αθήνας και άλλες Ελληνικές μεγαλουπόλεις το Δεκέμβρη του 2008. Του Έλληνα-διάβολου λέω εγώ, όχι του Θεού ! Γιατί ο καλός αρχιτέκτονας και η αρχιτεκτονική, λύνει τα προβλήματα και  φέρνει αρμονία στις όποιες αντιξοότητες επιφυλάσσει το οικόπεδο κι οι προσδοκούμενες ή απροσδόκητες δυνάμεις της φύσης. Το περιεκτικότατο όμως  τετράστιχο του Βάσου Καπάνταη , απ’την ποιητική του συλλογή «Εν Περγάμω» (ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1973)  , συμφωνεί κανείς δεν συμφωνεί στην με το Θεό εξίσωση, κάνει πιστεύω ακόμη επιτακτικότερη  την μέχρι λίγο πριν το 1960 (Δεκαετία του «Θαύματος» του ΕΟΤ)  αρχιτεκτονικό-περιβαλλοντική προσέγγιση των ποιητών μας αναφορά, πού τόλμησα στο  δοκίμιό μου αυτό του 1980,  αν θέλουμε να ξαναχτίσουμε σωστά για την Ελλάδα πάλι, αντι να χαλάμε.

Μαζί με το παρόν άρθρο και τον στοχαστικό διάλογο με τους ποιητές μας, προς τον οποίο  προσπαθώ να παραινέσω, με στόχο την «ποιητικό-αισθητική» αντιμετώπιση και επαναφορά στα κανάλια της σωστής Αρχιτεκτονικής ποίησης του Ελληνικού χώρου εκτροπή απ το 1960 μέχρι τις μέρες μας και μετά, δείτε οπωσδήποτε την ανάλυση και προτάσεις μου στο βιβλίο μου

«Κατωπεριμενώματα : Κριτική του Μετά-Αρχιτεκτονικού Χώρου» , Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα (Βαλτετσίου 53) , 2007

                    

Επειδή το θέμα θα θεωρηθεί από πολλούς «έξω» του δικού μου περιεχομένου, παραθέτω την «σχολαστική» βιβλιογραφία και αναφορές της μελέτης μου, από την έρευνα που έκανα στην μεγάλη της πλειοψηφία από την Αγγλική βιβλιογραφία, στις αρχές της δεκαετίας του 80, στην βιβλιοθήκη Butler του Πανεπιστημίου Columbia.

Η έρευνα αυτή ήταν θα έλεγα αποφασιστική για την μετέπειτα ενασχόληση μου με το βιβλίο μου “Epic Space: Toward the Roots of Western Architecture”, Van Nostrand Reinhold, New York, 1992, που κυκλοφορεί επίσης και σε μετάφραση στα σύγχρονα Κινεζικά από τον εκδοτικό οίκο China Architecture and Building Press, Beijing, 2007

 

** Το ιδίωμα αυτό , του Έλληνα, να φτιάχνει και να χαλάει,  το ανέπτυξε βέβαια διεξοδικά, σε επικό μάλιστα επίπεδο, ο Κωστής Παλαμάς στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου» χρησιμοποιώντας μάλιστα  ως προμετωπίδα στον  Λόγο Ι, Αναστάσιμος ανάλογες ποιητικές διατυπώσεις των Βαλαωρίτη και Νίτσε

Αν είμαι Χάρος Χαλαστής

Είμαι  και Χάρος πλάστης

                              Α. Βαλαωρίτης,( Ποιήματα)

Μόνον εκει που είναι τάφοι, εκεί είναι

Και ανάσταση

                              Nietzsche, (Ζαρατούστρας).   (Βλ. Παλαμά ΑΠΑΝΤΑ, σ. 129) 

            

 

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]Αναφορά στον Άγγελο Σικελιανό και τη σχέση του με τους Δελφούς

[2] Ειναι γνωστό ότι ο Ανδρέας Κάλβος δεν επισκέφθηκε π.χ ποτέ την Αθήνα και δεν είδε ποτέ τον Παρθενώνα, αν κιεγραψε μερικά από τα δυνατότερα κομμάτια εξυμνώντας τα και δίνοντας την ουσία τους. Για βιογραφικά Κάλβου βλ. Εισαγωγή  από  Λ.Ζ, σε: Ανδρέα Κάλβου «Ωδαί», Πάπυρος Πρέσσ, ΕΠΕ, Αθήνα, (χωρίς χρονολογία), σσ.9-28 . Για αναφορές σε Παρθενωνα , Αττική κτλ. βλ. Κάλβου «Ιωνιάς», Δάλλα κτλ.

[3]  Ο Λίνος Πολίτης παρατηρεί ότι «ο Σολωμός ζούσε έντονα το δράμα που παιζόταν στην αντικρινή στεριά» κιειχε τη δύναμη « να βρεθεί με το πνεύμα μες στο πολιορκημένο Μεσσολόγγι». Βλ. Πολίτη σε Σολωμού, «Η Γυναίκα της Ζάκυνθος» Ικαρος Εκδοτική Εαιρία, Αθήνα 1944, σ.22, και ο ιδιος ο Σολωμός, γράφει με τα δικά του λόγια : « Κ’εγώ ακουγα  μέσα μου μεγάλη ταραχή και με συνεπήρε το πνεύμα σο Μισολόγγι. Και δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο , μήτε τη λίμνη μήτε τη θάλασσα , μήτε τη γή που επάτουνα, μήτε τον ουρανό πολιορκούμενους και πολιορκισμένους και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα τα ακατασκέπαζε μαυρίλα και πίσσα.»,idid. σ. 51. Το ότι ο  Σολωμός «ζούσε με το πνεύμα» την Ελλάδα και τους αρχαίους, βλ. π.χ Κώστα Βάρναλη, «Ο Σολωμός κι’οι Αρχαίοι» σε Βάρναλη «Σολωμικά», Κέδρος, Αθήνα 1957, σ. 127 , οπου ο  Βάρναλης αναφέρεται και στο Βιβλίο του Ν.Τωμαδάκη, « Ο Σολωμός και οι Αρχαίοι» που εξετάζει την αρχαιομάθεια του Σολωμού (σ.128). Συνεπικουρία στο "κατα το πνεύμα με την Ελλάδα" δίνουν  η αγάπη του Σολωμού για τις Ομηρικές ραψωδίες, τον Αισχύλο, τα δράματα του Σοφοκλή .  Δυνατά επιχειρήματα σε ολα αυτά έδωσε πρώτος ο Ιάκωβος Πολυλάς , βλ. π.χ Ιακώβου Πολυλά  Προλεγόμενα σε Διονυσίου Σολωμού , "Απαντα", Εκδ. Μ.Γ.Βασιλείου και Σία, Αθήνα 1936, κγ΄.

[4]«Πνεύμα του τόπου» χρησιμοποιείται ισοδύναμα με το Αγγλικό Spirit of Place και το Λατινικό Genius Loci. Βλ. Jane Lagoudis Pincin, “Alexandria Still, Forster, Durrell and Cavafy”, Princeton Univ. Press, 1977, σ.3. Peter Bien, “Constantine Cavafy”Columbia Univ. Press, 1964, σ.3 οπου αναφορά στον Durrell σχετικά με τον Καβάφη ως  Genius Loci του Quartet που ξετυλίγεται στην Αλεξάνδρεια.  

[5] Στο σημείο αυτό υπάρχει συμφωνία των μελετητών και κριτικών της Ελληνικής ποίησης. Βλ. πχ Trypanis C.A “Medieval and Modern Greek Poetry”, Oxford Univ. Press 1951, σ.LV, Maskelaris Thanasis “Kostis Palamas” Twayne Publishers , Inc. 1972, σ. 138, Philip Sherrard “The Marble Threshing Floor”Vallentine , Mitchell 1956, σ. 39-81. Βλ. επίσης Κωστή Παλαμά, ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑ, πολύτομος έκδοση στα αρχεία του γράφοντος, χωρις εκδότη και ημερομηνία έκδοσης, αλλά και εκδόσεις ΜΠΙΡΗ (επίσης χωρίς χρονολογία έκδοσης-τόμοι Πέντε)

[6] Παλαμάς  , ΑΠΑΝΤΑ, «Δωδεκάλογος  του Γύφτου»,Λόγος Α, σσ.8,9

[7] Αναφορα στο έβδομο τραγούδι απ’τα «Φλογέρα του Βασιληά».

[8] Αγγελος Σικελιανός, απ’το ποίημα «Γυρισμός», βλ. Edmund Keeley and Philip Sherrard, “Angelos Sikelianos, selected Poems”, Princeton University Press, 1979, σ.2. Περισσότερα για τον Σικελιανό στην Ελληνική βιβλιογραφία, και την προσέγκιση της «Ελληνικότητας» από αυτόν σε σύγκριση με τους Καβάφη και Παλαμά, βλ. Μάρκου Αυγέρη, «Ο Σικελιανός: Κριτική μελέγτη» , Αθήνα 1952, σσ108-109

[9]Odysseus ElytisChosen and introduced by Edmund Keeley and Philip Sherrard, Penguin books 1981, σ. 60

[10] Για συγκεκριμένες καταστάσεις κιεμπειρίες του ποιητή στις πάρα πάνω τοποθεσίες βλ. George Seferis “A Poet’s Journal: Days of 1945-1955”, translated by Athan Anagnostopoulos, The Belknap Press of Harvard University Press, 1974. Επίσης βλ. George Seferis “Three secret poems”(Τρια κρυφά ποιήματα), Walter Kaiser Translator, Harvard University Press, 1969

[11] Seferis , ibid “A Poet’s Journal…”

[12] Ibid.

[13] George Seferis “Collected Poems 1924-55”Translated , edited and introduced by Edmund Keeley and Philip Sherrard. Princeton University Press, MCMLXVII, 1967, σ..214

[14]Από τίτλους ποιημάτων των Κώστα Βάρναλη και Γιάννη Ρίτσου

[15] Ομοίως

[16] Ομοίως

[17] Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παλαμάς π.χ είχε βαθειά γνώση της παγκόσμιας λογοτεχνίας και θαύμαζε σπουδαίους ποιητές τςη Αμερικής, Γαλλίας και Γερμανίας που είχαν υμνήσει τον φυσικό κόσμο (π.χ Whitman, Emerson, Thoreau). Για περισσότερ βλ. Makaleris 1972, op.cit. σ.134)

[18] George Seferis, op.cit. σ.214

[19] Ibid.

[20] Ibid. σ.214

[21] Gaston Bachelard “Poetics of Space”

[22] «....Εγήρασκεν, ετρίβετο, ερρυθραίνετο· δεν ελυγίζετο· έμενε κατά βάθος το ιδιον , και με ολας τας μεταμορφώσεις του και με ολας τας ποικιλίας των υπηρεσιών τας οποίας παρείχεν εις τον πλησίον...» θα γράψει ο Παλαμάς για γειτονικό του σπίτι, που παρακολουθούσε απέναντι απ’το δικό του «επί τέταρτον αιώνος». (βλ. Παλαμά, « Ένα Σπίτι» σε, Παλαμά ΑΠΑΝΤΑ, τομος τέταρτος, Μπίρης, σς. 559-561. Ο Παλαμάς έγραψε απανειλημμένα δοκίμια με θέμα το σπίτι,ώστε κάλλιστα να μπορεί να θεωρηθεί κατ’ εξοχήν γνώστης της τυπολογίας του, από χωροψυχολογική και ευρύτερα υπαρξιακή άποψη, οσον δε και από λεπτομερειακή, τόσο του εσωτερικού διακόσμου των σπιτιών της εποχής του αλλα και των σχετικών με τα οικοδομικά, κοινωνική προσφορά, μετασχηματισμούς και λειτουργία. Βλ. π.χ «το Σκολείο και το Σπίτι» σ. 79,  σ. 336, κτλ.

[23] Αναφορά στο σπίτι του Ροδάκη στην Αίγινα, οπου ο ιδιοκτήτης , πού ήταν και ο Χτίστης- Αρχιτέκτονας του σπιτιού του, άφισε αποτύπωμα της παλάμης του στο σουβά ώστε να τον χαιρετουν οι  ξένοι που θα επισκέπτονταν το σπίτι μετα το θάνατό του. Βλ. George Candilis, “Batir la vie”, Stock, Paris 1977, σσ. 11-12

[24] Λάμπρος Πορφύρας, ποίημα «Το τελευταίο δάκρυ»(Lacrimae Rerum), βλ. Trypanis , op.cit. σ.201

[25] Απ’το ποίημα του Παλαμά «Ο Τάφος» βλ. Maskaleris, op.cit. σ.27

[26] George Seferis, “A poet’s Journal”

[27] Απ’την «Κίχλη», το σπίτι κοντά στη θάλασσα, του Σεφέρη .Βλέπε επίσης και George SeferisCollected Poemsop.cit. σς.312-313

[28] Ibid.

[29] Ibid.

[30] Βλ. Antoniades Anthony, “Architecture and Allied Design”Kendall/Hunt, Dubuque-Iowa , 1980

[31] Cavafy C.P , “The complete Poems of Cavafy”, Translated by Rae Dalven, with an introduction by W.H. Auden, Harcourt, Brace and World inc. New York 1961, σ. 198

[32]Odysseus Elytis, “Selected Poems”,Chosen and Introduced by Edmund Keeley and Philip Sherrard, Penguin books, 1981 σ.56

[33] Ποιήματα του Καβάφη με τίτλους και ανφορες στον χτιστό κόσμο: « Η πόλις», «Στο ανοιχτό παράθυρο», «Οι χτίστες» , «Τείχη», «Τα παράθυρα», «Στο λιμάνι», «Στην Εκκλησία», «Πολυέλαιος», «Στο σπίτι της ψυχής», «Ωδή κιελεγεία των δρόμων», «Στα προάστεια της Αντιόχειας»

[34] Cavafy , op.cit. σ.198

[35] Απο το ποίημα “Δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο» , Cavafy , op.cit. σ.197

[36] Ibid.

[37] Από το ποίημα «Τείχη» , Cavafy ibid. σ.17

[38] Αναφορά σε πολεοδομικές προτάσεις μεταμοντέρνων αρχιτεκτόνων, π.χ Krier, Ungers, Bofill, κτλ., σε αρκετά έργα των οποίων διακρίνουμε αναβίωση φασίζουσαν εκφραστικής μονοτονίας, που την αποκαλώ  «φασίζον νέομοντέρνο», ή αν προτιμά ο φίλος μου Charles Jencks «μοντέρνο-μετα-μοντέρνο», αλλά δεν θέλω να αναλωθώ εδώ σε ονοματολογια και «στυλιστικά» περιθώρια.

[39] Keeley E. “Cavafy’s Alexandria”op.cit. σσ13-75

[40] Keeley , ibid. σ.. 15

[41] Cavafy, « Η Πόλις»και Trypanis op.cit σσ. 224-225

[42] Για Τοποφιλία βλ. Yi-Fu-Tuan, “Topophilia”, Prentice Hall 1974

[43] Keeley E. and Sherrard Philip, “Angelos Sikelianos”op.cit. p.xvi

[44] Cavafy, ποίημα «Στην Εκκλησία»(“In Church”).

[45] Ibid. σ. 81

[46] Jean Lescure, “Lapicque”, Galanis, Paris p.78.Επίσης Gaston Bachelard, op.cit σ. xxix. Επίσης Amos Ih Tiao Chang, “The Tao of Architecture”, Princeton Univ. Press, 1981 printing,σσ.70-71-78

[47] Jean Lescure , Ibid. Εδώ θα άξιζε να σημειώσουμε ότι στα πάρα πάνω προσυπέγραφε ο Παλαμάς, καθως δεν διστάζει να μας πει στην αφιέρωση στην προμετωπίδα του Δωδεκάλουγου του Γύφτου, που τον αφιερώνει σε   Γνωστους και άγνωστους, τωρινούς κιαυριανούς, ότι για να φτιάξει το έργο του  πήρε «.... από όλα τα στοιχεία του ποιητικού λόγου, κιαπό τα Ιστορίας τα παραδομένα κιαπό του Φιλόσοφου τη σκέψη ,κι από την ζωή κι από τ’ονειρο- καποια οράματα του νου και κάποια καρδιοχτύπια», βλ. Κωστή Παλαμά, « Κωστή Παλαμά : Απαντα»  (τόμος  «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου») Αθήνα , 5 του Τρυγητή, 1899 , σ. 5 (χωρίς  εκδότη και ημερομηνία έκδοσης).

[48] Βλ. Αρη Κωνσταντινίδη, «Δυό Χωριά απ’τη Μύκονο» και «Παληά Αθηναϊκά σπίτια»

[49] Αναφορά σε ομώνυμο ποίημα του Κώστα Βάρναλη

[50] Yannis Ritsos, “Scripture of the Blind” , translated by Kimon Friar and Kostas Myrsiades, Ohio State University Press, Columbus 1979. Από το ποίημα «Το Αγαλμα του Καφενείου», σ. 230

[51] Ibid. σ. 214

[52] Ibid. σ. 110,

[53] Elytis , op.cit. σ.26

[54] Ibid. σ. 91

[55] Ibid. σ. 96

[56] Ibid. σ. 93

[57] Ibid. σ. 98

[58] Ibid. σ. 104

[59] Ibid. σ. 80

[60] Ibid. σ. 81

[61] Ibid. σ. 81

[62] Ibid. σ.21

[63] Ibid. σ. 28

[64] George Seferis, κομμάτι μεταφρασμένο απ’τον συγγραφέα.

[65] Maskaleris, op.cit. σ.69 και Παλαμάς, « Paths in Prose”, works, X, σ.15. Απο τους μελετητές πρώτος ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ασχολήθηκε με την προσέγγιση του Παλαμά στη Φύση και στο Σπίτι, βλ. π.χ Τσάτσος "Παλαμάς" β έκδοση, Αθήνα , Ικαρος 1949, σσ.134-139, Πέραν του Τσάτσου, αξίζει   να σημειωθεί , οτι το θέμα της αρχιτεκτονικής αλληγορίας στον Παλαμά, πέρα απο τον Maskaleri μένει ασχολίαστο στην Ελληνική βιβλιογραφία, με ενδεικτικότερη την σχετική παράληψη του Κ.Θ.Δημαρά, στην "Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας" , Ικαρος, έκτη έκδοση, Αθήνα, 1973, βλ. π.χ σχόλια για Δωδεκάλογο του Γυφτου και τη  Φλογέρα του Βασιλιά.

[66] Το έγραψε ο ίδιος ο Παλαμάς σε γράμμα του σε Αντ. Φ. Χαλά. Βλ. Αιμ. Χουρμούζιου, « Η Φλογέρα του Βασιλιά» Νέα Εστία, τεύχος 640, Αθήνα 1 Μαρτίου 1954, σ. 289

[67] Βλ. π.χ Παλαμα , ΑΠΑΝΑΤΑ, «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» ,σ.σ.33-35, που ο ποιητής καλεί το γύφτο να κουβαλήσει υλικά να χτίσει παλάτι και σεράι , να σηκώσει κολώνες, να ταιριάσει τα πάντα με αγωνία, να σηκώσει σκαλωσιές, ακόμη και για εργατικά ατυχήματα μπορούμε να πουμε ειχε το νου του ο ποιητής (έδώ ισως να διάβασε τα σχετικά από τον Πλούταρχο, που αναφέρεται στο πρώτο εργατικό ατύχημα στα Προπύλαια και τον ρόλο του Περικλή να τον σώσει με τη βοήθεια της Υγείας Αθηνάς) (βλ. Πλούταρχου «Βίοι Παράλληλοι/Περικλής»)

[68] βλ. Παλαμας, «Η Φλογέρα του Βασιλιά» Λόγος Τρίτος, σε ΑΠΑΝΤΑ Παλαμά, σ. 49. Και τρεις γαμμές πιο κάτω  δίνει τον απόλυτο και περιεκτικότερο κατά τη γνώμη μου χαρακτηρισμό του Παρθενώνα,

«Ναέ, και ποιος να σ’εχτισε, μεσ’ τους ωραίους ωραίο,

για την αιωνιότητα, με κάθε χάρη Έσένα;

Σ’εσέ αποκάλυψη ο ρυθμός, κάθε γραμμή και Μούσα·...» («Φλογέρα του Βασιλιά»  Λόγος Τρίτος). Πιστεύω ότι τα πάρα πάνω βγαίνουν  μέσα του και χωρίς καμιά «εγνοια» τύπου Ιστορικού της Τέχνης , περί κλασσικού κάλλους και Ιστορικο-Τεχνικές κατατάξεις , όπως επιμένει να υποστηρίζει για  τον Παλαμά ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στην πρώτη και μακρότατη   ανάλυσή που έγινε ποτέ για τον ποιητή, και την οποία όπως  λέει ο ιδιος στην εισαγωγή , του την είχε διαβάσει κατά καιρούς (βλ. Τσάτου « Παλαμάς, Ικαρος 1949, β. έκδοση,εισαγωγή και σ.177).Συστηματικά προσπαθεί ο Τσάτσος να υπεραμυνθεί του Παλαμά από κατηγορίες άλλων για «ρητορισμό», και χαρακτηρισμούς ως  «πλατειαστή» και «πολύλογο» (βλ. π.χ Τσάτσου, ανωτέρω, σς.160, 161), χωρίς να μας πείθει ότι και ο ίδιος δεν αποδέχεται τις γενικές αυτές κριτικές. Η ουσία όμως παραμένει , ότι ο Τσάτσος , κατά τη γνώμη μου,και παρά το ότι προσεγγίζει τον ποιητή ευρύτατα,  δεν είδε το Αρχιτεκτονικό και περιβαλλοντικό του μεγαλείο ,έστω και αν  χρησιμοποιεί αρχιτεκτονικούς όρους για να περιγράψει την ποίησή του ποιητή, χαρακτηρίζοντας  το προοίμιο του δράματος της «Φλογέρας του Βασιλιά», ως  μια «γενική κάτοψη , ένα ιστορικό πανόραμα»(βλ. Τσάτσου, σε. 161)

[69] Maskaleris, op.cit. σ. 95

[70] Ibid. σ. 96 , δες επίσης σε «Δωδεκάλογο του Γύφτου», Λόγος ΣΤ, οπου σε ξεχωριστά τονιμένα κομμάτια του ποιήματος  « Οι Χριστιανοί και οι Πολύθεοι» , διατυπώνει ο ποιητής , δια στόματος Γύφτου, την μεγαλύτερη αυτοκριτική της Ελλάδας, που έκτοτε καλύφτηκε και συγκαλύφθηκε  : «Ελληνες χριστινανομάχοι , και πολύθεοι, στερνολείψανα διαλεχτα και μετρημένα, και του Ναζωραίου εσεις πιστοί, πλήθια από το ράσο ωδηγημένα, κράχτε φωτοκαυτε κι αφωριστε, ολοι ειδωλολάτρες είστε!...»  , Παλαμα , ΑΠΑΝΤΑ, ibid. σς.69-73

[71] Ibid. σ. 88

[72] Ibid. σ. 89 και Works, V, 98

[73] Κριτική προσθήκη  με αναφορα στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης και παρούσα υποσημείωση,   τριάντα χρόνια μετά την πρώτη γραφή του παρόντος δοκιμίου. Για περαιτέρω υποστήριξη της ανωτέρω κριτικής θέσης βλ. δημοσιεύσεις του συγγραφέα σε βιβλιογραφία άρθρου «Ανω και Κάτω Παρθενώνας» σε www.acaarchitecture.com/Mag22.htm, επίσης  www.acaarchitecture.com/Mag2.htm    

[74] Ibid. σ. 24 και σ.30

[75] PalamasMy Poetics”, Works X, σ. 479 και σ. 134. Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε οτι  στους εθνικούς δρυμούς της Αμερικής αναφέρθηκαν σημαντικοί υποστηρικτές της προστασίας του Ελληνικού τοπίου,βλ. π.χ εισήγηση Ηλία Βενέζη, 8 Μαϊου 1954 στον Παρνασσό και σε Νέα Εστία, τεύχος 646, Αθήνα 1 Ιουνίου 1954, σ.859-861. Στο ιδιο τεύχος βλ. και Δημήτρη Πικιώνη, "Το Ελληνικό Τοπίο", οπου και ναφορά ποιήματος του Παλαμά (χωρίς να αναφέρει τον ποιητή)γι ενίνσχυση των θέσεών του γύρω απο την ιερότητα αλλά και την επικείμενη καταστροφή του Αττικού τοπίου απο την "ασυστηματοποίητη λατομία της Πεντέλης" (βλ. σ. 857). Η συγκεκριμένη εισήγηση του Πικιώνη ειναι ενα μνημειώδες κείμενο γύρω απο τις ρίζες του Αθήνας και του Αττικού τοπίου, η δε ιστορία συνδρομή των ποιητών στην στήριξη των θέσεών του ουσιαστική.

[76] βλ. Trypanis op.cit. Paul the SilentiaryDescription of the Church of Saint Sophia”, σ.63

Γραφή χωρίς Υποσημειώσεις 

Τεύχη "Περιοδικού"  

Home page  Ιστοσελίδας Α.Κ.Αντωνιάδη  www.acaarchitecture.com