2. Το αταξίδευτο και ο Νου-Χώρος του Παλαμά                       του Αντώνη Κ. Αντωνιάδη

 

   

Περιάνδρου 5: Το σπίτι στο οποίο ο Κωστής Παλαμάς έζησε σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. (φωτο ΑΚΑ / 2009)

Αν ο Παλαμάς είχε ταξιδέψει, θα είμαστε πιο μπροστά σήμερα σα λαός. Θα μας είχε πει και εξηγήσει πολλά, θα είχαμε απαλλαγεί ίσως από πολλά δεινά, συνήθειες και πρακτικές , που σήμερα μας κατατρέχουν. Αν και πατριδολάτρης, ήταν ανοιχτός σε όλα. Δεν ήταν ο φανατικός ότι εμείς είμαστε και κανένας άλλος. Πίστευε ότι κι’αλλοι λαοί ήταν περιούσιοι, πως η Ευρώπη δεν ήτανε βάρβαροι[i] κάτι που υποστήριζε  ο Περικλής Γιαννόπουλος με άρθρα του από το 1903 στο Νουμά[ii], και ότι το δικό μας μέλλον δεν θάπρεπε να θεωρείται μέσα από φυλετικά και μεταφυσικά πλαίσια.[iii] Αν είχε ταξιδέψει θάχε δει πέρα απ’την ποίηση και τη λογοτεχνία των ξένων, κάτι που το παρακολουθούσε απ’τα βιβλία , τα περιοδικά και τις εφημερίδες τους και τόξερε καλά . Γι’αυτό είχε διαμορφώσει την άποψή πως δεν ήταν βάρβαροι. Θαχε δει τα κτίρια και τις πόλεις τους, τις συγκοινωνίες και τα μετρό τους. Και θάχε απολαύσει την  φύση και σε άλλες χώρες πέρα από την Ελληνική. Θάχε πάρει απαντήσεις στις σκέψεις,  που αυτός κι’οι φίλοι του είχαν για το Σοσιαλισμό και τον κουβεντιάζανε μόνο σε σχέση με τη Λογοτεχνία στο Νουμά, χρόνια  πριν την επανάσταση του  17 (βλ. Νουμά, αρθρα Κώστα Παροτίτη και Πάνου Ταγκόπουλου,Ιούνιο και Δεκ. 1919). Και θάχε μάθει για θεσμούς και σχέσεις ανδρών και γυναικών, αφού θάχε δει, θάχε γνωρίσει και σίγουρα συναναστραφεί και συνάψει σχέσεις με γυναίκες σαν την Αυτοκράτειρα Ευγενία, με τον μακρόστενο λαιμό τα λευκά χέρια και την στενή μέση, που κουβαλούσε από μικρός στις αναμνήσεις του. Λεπτός , κομψός κι’αρρενωπός όπως ήταν δεν θάχε πιστεύω δυσκολία.  Θάχε επί πλέον κοντράρει τον μεσοαστικό συντηρητισμό και εσωστρέφειά του, με την ανεμελιά και τις ανθρώπινες σχέσεις των Ευρωπαίων, και θάχε δεί μνημεία  και καθεδρικούς που σίγουρα θα του είχαν αναθεωρήσει πολλά απ’οσα μονοδιάστατα και κέντρο-Ελληνικά είχε διατυπώσει στην ποίησή του για τα μνημεία. Θάχε όμως πάνω απ’όλα μάθει ίσως αρκετά για τον Νεποτισμό, που χωρίς κάν να του περνάει απ’το μυαλό τόσο εντατικά ανεχόταν και εξασκούσε ο ίδιος , προωθώντας τον  γυιο του μέσα απ’τις στήλες του Νουμά , με απανωτές δημοσιεύσεις δίπλα από το όνομά του(γι΄αυτό εξ'αλλου κι'ολοι τον αναφέρουνε με το "Κωστής", να μη μπλέκεται με το "Λέαντρος", του γυιού του). Όμως το «Αταξίδευτο» του Παλαμά, είναι εκείνο που μας δίνει μια εξήγηση για το νεποτισμό  του , και  κατά κάποιο τρόπο τον δικαιολογεί : Γιατί τα εμφανέστατα επηρεασμένα απ’την ποίηση του πατέρα ποιήματα του γυιού, εχουν μια διάσταση που κανείς Έλληνας ποιητής της εποχής δεν είχε πιάσει : Ο Λέναδρος,ταξειδεύει, βλέπει άλλους τόπους, άλλη φύση, άλλες λίμνες και θάλασσες, άλλα βουνά, Ελβετία, Γαλλία, Αγγλία, Καναδά, Ανατολίτικα λιμάνια, και τα περιγράφει, και μέσα απ'τους στίχους του μιλάει για τις προσωπικές του εμπειρίες, με κάποιες γυναίκες, ονόματα άγνωστα κι’ εξωτικά στ’ αυτιά του πατέρα, για ένα κορίτσι με ξανθά μαλιά και κάποια «χέρια λευκότερα» κι’ απ’ τα χιόνια του βουνού τα καλοκαίρια,  στο Μοντρεάλ, Μια Πέγγη στην ακροποταμιά, κάποιες άλλες στο Παρίσι και τη Λόντρα. [iv] Ο Γέρο Παλαμάς, όχι μόνον ανέχεται, μα αρέσκεται να ακούει τις περιπέτειες του γυιού, τόσο όμως μη Ευρωπαϊκά και μη «Αμερικανικά» μη «Μαγιακοφσκικά» και μη «Καβαφικά»,
εκφρασμένα, αλλά παλαιότροπα σαν του πατέρα. Από μιάν άποψη, υπέρ-προοδευτικός ο Γέροντας, που ενώ μεν τις γυναίκες της οικογένειας μόνο  το πιάνο της κόρης του Ναυσικάς και μέσα στα κλειστά και χωρίς πολλά παράθυρα σαλόνια ανέχεται, τον γυιό τον θέλει, παίδαρο, με ναυτική στολή να αλωνίζει τις Ευρώπες, να του στέλνει ανταποκρίσεις-ποιήματα «για κάποιο Ελβετικό δειλινό» , για κάποια ξένη ακρογιαλιά στη Λόντρα, για ’ένα λιμάνι ανατολίτικο, Ο ίδιος , «ασάλευτος» στον τροπο ζωής της μοναξιάς, μέσα στο «κελλί», που θέλει πάντα να είναι μόνος για να στοχαστεί το «εγώ» του και να το κρατήσει όπως έγραψε «ανόθευτο», δεν μπόρεσε, δεν επεδίωξε μάλλον  να ταξιδεψει , αλλά έκανε το παν για να ταξιδέψει ο γυιός του ο Λέαντρος...... Και πιστεύω, ακόμη κι’αλήθεια να ήταν ότι ο γυιός του ο Λέαντρος δεν ήθελε να προβοκάρει τους Ιταλούς με τη δημόσια κηδεία του πατέρα του, μη τυχόν και δεν του δώσουν διαβατήριο, που γι'αυτό του έχουνε προσάψει πολύ σκληρά λόγια, τόσον ο Τσάτσος όσο κι'ο Λουντέμης
(βλ.π.χ Λουντέμη "Εξάγγελος"),  ο Παλαμάς, θα συμφωνούσε μάλλον με την επιθυμία του γυιού του ,να τον θάψουνε "οικογενειακά" , μια και ή μη έκδοση διαβατηρίου, θα του έκοβε την δυνατότητα να "μαθαίνει" τα του εκτος Ελλάδας κόσμου ,μέσα απ’τα νέα, τις διηγήσεις και τα γραφτά του γυιού του, οπως γινόταν και οταν ήταν ζωντανός . Ο μοναχικός , ασκητικός , Ελληνολάτρης  , ο πολυσχιδής και ανήσυχος Παλαμάς , που πόνεσε κι’αγάπησε πολύ , «υπήρχε» και δημιουργούσε, μέσα από ένα «νού/χώρο» που ήταν ανοιχτός σε όλα !....................

Σημειώσεις  :


[i] Βλ.Κωστή Παλαμά,  «Λίγα λόγια για τον κ. Περικλή Γιαννόπουλο» , Ο Νουμάς, 17 Σετπ.1906, σ.2

[ii] Ο Περικλής Γιαννόπουλος, στο άρθρο του «Η Ευθύνη»(βλ. Ο Νουμάς, τομ.1 , νο.4 , 1903) υποστήρίζει ότι οι Ευρωπαίοι,Αγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοι κτλ. με τη σωστή τιμή, σου πουλάνε την μανα και την αδελφή τους, και είναι λοιπόν «Βάρβαρο» να εχεις τιμή υπο αυτήν την έννοια. Υποστήριζε το ανώτατο της Ελληνικής φυλής και οικογένειας, και ότι οι Ελληνες διανοούμενοι είχαν «ευθύνη» να αποφέυγουν τον Ξενισμόν και να υποστηρίζουν ό’τι το Ελληνικόν, θεωρώντας τον Ελληνικό λαό ως τον περιούσιο λαό.Σ’αυτά  του αντετάχθη ο Παλαμάς(βλ. Παλαμάς 1903 ανωτέρω) . Βλ. επίσης και Γιννόπουλου « Η Ξενομανία», τομ.1, νο 4, 1903, σ.4

[iii] Το κατά του μεταφυσικού πλαισίου στο οποίο πίστευε ο Παλαμάς, έρχεται σε τέλεια αντίθεση με οσα υποστήριξε σε ολο του το Βιβλίο ο Ε.Ν.Μοσχος "Η Μεταφυσική αγωνία του Παλαμά", Εκδόσεις Δ.Ν Παπαδήμα, Αθήνα 1993.

[iv] Βλ.π.χ διαχρονικά  Λέαντρος Κ. Παλαμάς, «Στην ξενητειά», Ο Νουμάς, 21 του Τρυγητή 1905, «Κάλεσμα προς το Φεγγάρι»(Γενεύη), Ο Νουμάς ,τομ5, νο.263, 1907,    «Ελβετικά Δειλινά»,Νουμας,νο.330,8 Φλεβάρη 1909, «Σε Ξένο Γιαλό» , «Ανατολίτικο Λιμάνι», Ο Νουμάς , τομ. ,   « Ανοιξη στο Μοντρεάλ»,Νουμάς, τομ. 17, νο.700, 1920,  «Ένα κορίτσι απάντησα», «Η Πέγγη στην ακροποταμιά»,  «Mabel» Νουμάς,τομ.18,νο.738 , 1921,(Σημ. ο Λέαντρος υπέγραφε «Λέαντρος» , με "ντ" και όχι Λέανδρος , με "δ", όπως συνήθως τον αναφέρουν οι περισσότεροι συγγραφείς.  

 

 

3.  Τα στάδια της ζωής ...                                          (Εεπεξηγηματικά για την έννοια του Νού-χώρου στον Παλαμά)

                                                              του Αντώνη Κ.Αντωνιάδη

 

Ο Παλαμάς είναι τυπική περίπτωση που η αρχιτεκτονική δεν πήγαινε καλά με τα στάδια της ζωής του. Στα χρόνια της Αθήνας  νοσταλγεί το ωραίο πατρικό σπίτι των παιδικών και εφηβικών του χρόνων στο Μεσολόγγι, το σπίτι του θείου του, πού  ήταν όλο ζωή, που λαλούσανε πουλιά ασυνήθιστα στην αυλή του , και δεν είχε την «άσκημη βοή και τη μουγγή τη νέκρα των άλλωνε σπιτιών αγνάντια του και γύρω»[i]. Θα αναθυμηθεί και θα συγκρίνει το σπίτι με το σχολείο , και σίγουρα θα δώσει προβάδισμα στην ατμόσφαιρα και τη σιγουριά του σπιτιού του...βασίλειο του ήταν καθώς λέγει «...οι τοίχοι του πατρικού σπιτιού»[ii]. Στην Αθήνα θα παρακολουθήσει κι’ άλλα σπίτια, σπίτια γειτόνων, όπως την οικία Γλαυκωπίδου, που την έβλεπε «...επί τέταρτον αιώνος» να υψούται απέναντί του, «όρθιον, απαρασάλευτον, απείρακτον. Εγήρασκεν, ετρίβετο, ερρυθραίνετο, εσκεβρούτο· δεν ελυγίζετο· έμενε κατά βάθος το ίδιον, και με άλας τας μεταμορφώσεις του και με όλας τα ποικιλίας των υπηρεσιών τας οποίας παρείχεν εις τον πλησίον....εχρησίμευεν ως κατοικία φοιτητών... από καταγωγίου εις νοσοκομείο...»[iii] Μιλάει για την ιστορία του σπιτιού, ανθρωπομορφικά και ψυχολογικά, για τις μεταμορφώσεις, τόσο εξωτερικά, όσο και της λειτουργίας του. Έχει μάτι για τις μύριες διαστάσεις της αρχιτεκτονικής, τις ορατές και αόρατες που επηρεάζουν και συνιστούν το αρχιτεκτόνημα ,του σπιτιού στην συγκεκριμένη περίπτωση, του σπιτιού που είναι πραγματικότητα αλλά πάνω απ’ όλα «ιδέα»,  κατ’ εξοχήν αγαπητού στον άνθρωπο,  ιδίως στον ποιητή. Δυστυχώς, στο στάδιο της ζωής που ο άνθρωπος αποζητά χώρο εύκολα προσβάσιμο, χωρίς πολλά επίπεδα, να κινείται με ασφάλεια και σιγουριά, γνώριμο περίγυρο και γειτονιά, ο ποιητής Κωστής Παλαμάς, ηλικιωμένος πια, είναι υποχρεωμένος να μετακομίσει από το υπό κατεδάφιση νεοκλασικό της Ασκληπιού 3, στο οποίο έμενε όλα τα προηγούμενα χρόνια της διαμονής του στην Αθήνα, στο σπίτι της Περιάνδρου 5 στην Πλάκα, σ’ ένα από τα δυό διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου. Έχει κι’ αυτό σκάλα στην κεντρική αυλή, όπως και το σπίτι της Ασκληπιού που την είχε στον πλάγιο ακάλυπτο, αλλά χρειάζεται να τη μοιραστεί με του ενοίκους του άλλου διαμερίσματος. Και μόνο αυτό είναι ικανό να τον καθηλώσει μέσα, έστω κι’ αν μετά τα 70 έχει ακόμη την δύναμη να ανεβοκατεβαίνει αυτή τη σκάλα. Όμως κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Ο δεύτερος όροφος γίνεται δεσμώτης, τον καθηλώνει περισσότερο στην μεγάλη του πολυθρόνα, κάτι που συνέβαινε κι’ από το σπίτι της Ασκληπιού, απ’ όπου ο διάλογος του ήταν με το κυπαρίσσι στον απέναντι κήπο του Νοσοκομείου, για το οποίο μάλιστα έγραψε και το ομώνυμο ποίημα. Στην Τρίτη ηλικία, τα άτομα εχουν περίπου τις ίδιες ανάγκες απ’ το χώρο τους με τα νήπια. Χρειάζεται πρώτα πρώτα ασφάλεια · να μη σκοντάψει κανείς, το πέσιμο για τον γέρο μπορεί να αποβεί θανατηφόρο.  Τα παιδάκια θέλουν στρογγυλές «γωνίες», να μη χτυπήσουν. Οι γέροι και τα παιδάκια στον πρώτο όροφο, στην αυλή, στον κήπο, σ’ ένα σκιερό παγκάκι, σ’ ένα κεφαλόσκαλο, συμβιώνουν αλληλοεξυπηρετικά. Ευφραίνεται η ψυχή του ηλικιωμένου με τα παιδάκια που παίζουν γύρω του· τα προσέχει και τους λέει ιστορίες. Ο Παλαμάς τη μόνη χαρά που έχει στην Περιάνδρου 5, ιδίως μετά το 1935 που πέθανε στη Γαλλία  η Στέλλα Διαλέτη με την οποία αλληλογραφούσε συστηματικά και είχε όπως πιστεύω κρυφή αγάπη[iv] , τώρα που τα παιδιά του είναι μεγάλα, σχεδόν μεσήλικες κι’ αυτά, είναι να τον επισκέπτεται η μικρή Έλλη Σολομωνίδου, που έμενε στο κάτω ακριβώς διαμέρισμα απ’ το δικό του[v]. Πήγαινε επάνω το κοριτσάκι κι' αναγάλλιαζε η καρδιά του γηραιού ποιητή. Την έπαιρνε στα γόνατά του, της διάβαζε το ποίημα που έγραψε την προηγούμενη βραδιά, απαντούσε στις ερωτήσεις της , της χάριζε βιβλία. Δεν είχε άλλο παιδί, εκτός από την φωτογραφία του μικρού πεθαμένου Άλκη στον τοίχο του. Ο χαροκαμένος  ηλικιωμένος Παλαμάς, καθηλωμένος στον δεύτερο όροφο, επικοινωνεί μόνο με τον πεθαμένο γυιό του απ’ όλα τα παιδιά, ένα «αγγελάκι» όπως έλεγε στη μικρή Έλλη, που συνέχιζε να τον ρωτά που είναι τα φτερά, κι’εκείνος της απαντούσε οτι ήταν κρυμμένα στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. Το κοριτσάκι, όπως μεγάλη γυναίκα αναθυμόταν σε γράμμα της στην «Καθημερινή» στις 6 του Φλεβάρη του 2009,δεν έμεινε εκεί παρά μόνο δυο χρόνια. Η οικογένειά της έπρεπε να μετακομίσει στο Ψυχικό το  1937-38,  να πάει σχολείο , στο Αρσάκειο. Δεν ξέρουμε αν άλλο παιδάκι επισκέφτηκε τον γέρο Παλαμά στα  χρόνια που ακολούθησαν. Η φυσιολογική σχέση του ηλικιωμένου με τα μικρά έλειπε. Κι’ ο Παλαμάς είχε λατρεία για τα παιδάκια, όπως φαίνεται απ’το ξεχείλισμά του στο ποίημα «ο Τάφος»,που τόγραψε για τον πεθαμένο γυιό του,  απ’τα δοκίμια που έγραφε γύρω από τα βιβλία για παιδάκια, από το ενδιαφέρον του για τη μόρφωσή τους, και  μάλιστα υποστήριζε ότι τα βιβλία που τους βάζανε να διαβάζουν οι δάσκαλοι δεν βοηθούσαν τόσο όσο οι «ζωγραφιές» στον τοίχο.[vi] Το διαμέρισμα της Περιάνδρου 5 ήταν προφανώς  δυσμενής χώρος ζωής για τον υπέρ-εβδομηντακοντούτη ποιητή , από πολλές απόψεις. Δεν αποκλείεται, να τούδινε μια θέα στον βράχο της Ακρόπολης, αν όχι και στον Παρθενώνα, γιατί πιστεύω από το σημείο  που βρίσκεται το σπίτι δεν φαίνεται ο Ναός . Αλλά ο «Βράχος» ίσως τα χρόνια εκείνα να φαίνονταν. Ζούσε λοιπόν τη θέα του Ναού μέσα απ’ τη μνήμη. Στην αρχή τα βιβλία, που διάβασε για τα αρχιτεκτονικά του Ναού, μετά η επί τόπου επίσκεψη ή επισκέψεις, και τέλος, η θέα ή πιθανή θέα του βράχου και οι γραμμές που εδώ και χρόνια είχανε τυπωθεί στο νου του απ’ οσες είχε γράψει και πιθανώς θυμόταν. Η Περιάνδρου 5 , ήταν μια κατοικία μνήμης, όχι θετικής καλλιτεχνικής έμπνευσης. Δεν γνωρίζω να έχει γράψει ποιήματα με έναυσμα το σπίτι αυτό. Τα άλλα τα είχε εξυμνήσει· είχε γράψει αρκετά για τα σπίτια του. Στο τελευταίο, αποκομμένος απ’ τα παιδιά, αποκομμένος από την απ’ ευθείας θέα , με εξωτερικό όριο ένα δρόμο χωρίς κίνηση στην πλάτη ενός μεγαλύτερου κτιριακού συγκροτήματος, και λόγω προσανατολισμού ο ήλιος να μη μπαίνει μέσα το χειμώνα, εξαρτιόταν αν θα τον επισκεφτεί κάποιο παιδάκι, και πιθανότατα από τη βοήθεια των οικείων του στα ανεβοκατεβάσματα . Η Περιάνδρου 5, δεν ήταν απ’ ότι μπορώ να εικάσω δικό του σπίτι· τη σκάλα με τα σιδερένια κάγκελα στην αυλή δεν τη θεωρούσε δική του να ποζάρει σαν Κύριος με την οικογένειά του για φωτογραφία όπως έκανε στην Ασκληπιού 3 · ήταν ένα σπίτι μεταβατικό, αναμονής στον θάνατο. Ίσως να τον είχαν βοηθήσει οι φίλοι και γείτονές του Κωνσταντίνος και Ιωάννα Τσάτσου  να το βρει, νάναι κοντά τους. Αυτό δεν το έχω ψάξει, αλλά σίγουρα κάποιου μεγαλοαστού θα ήταν, αναξιοποίητο  κληρονομικό. Ίσως αυτό να φταίει που δεν αποκαταστάθηκε για πολλά χρόνια και να έχει περιέλθει στην θλιβερή κατάσταση των ημερών που συμπληρώνω αυτό το γράψιμο.  Πιθανότατα να ανήκε σε κάποιον, που ήταν «αρχιτεκτονικά προοδευτικός», καθώς υπάρχει η λεπτομέρεια των Αρ Ντεκό μπαλκονιών του (κλιμακωτό παραπέτο με σιδερένιες βέργες), που αν και είναι τελείως άσχετα με τον νεοκλασικό ρυθμό και τα ακροκέραμα του οριζόντιου γείσου, φανερώνουν προσπάθεια κάποιου, ιδιοκτήτη ή αρχιτέκτονα της εποχής, να εκμοντερνίσει το συγκεκριμένο σπίτι. Γράφει κάπου «Το μπαλκονάκι το σπιτιού μου φαίνεται πως είναι κορφή αναπάντεχη βουνού»  (Π.Μ. Αυγουστιάτικη Νύχτα, 199 –και Τσάτσος 1944, σ.138) .  Μα αυτό, μάλλον για την Ασκληπιού 3 θα είναι. Της Περιάνδρού 5 είναι το άλλο, το σπίτι μάλλον «φυλακή», «βουβό», «ακατάδεχτο», ένα από τα «...σκληρά σκιάχτρα...» , «...γιγαντοσάβανο...», «... με την όψη του σκεπα-σμένη...» (Τσάτσος, 1944, σ.134). Το αγνό , που κρύβει τον έρωτα και τα πάθεια, το σπίτι που έχει την μυστικότητα και τη σιωπή, είναι μάλλον της Ασκληπιού 3.

 

Τα ποιήματα και τα δοκίμια του Παλαμά «για το Σπίτι» μέσα από το πρίσμα της ψυχολογίας του χώρου και το πλαίσιο της αμοιβαιότητας αρχιτεκτονήματος με τον ένοικο του, «πλάθουμε τα σπίτια μας και τα σπίτια μας πλάθουν εμάς», κατά τη διατύπωση του  Ουίνστων Τσώρτσιλ, γράφτηκαν μισόν αιώνα πριν το κλασσικό βιβλίο του Gaston Bachelard  Η Ποιητική του Χώρου.[vii] Έγραψε ποίημα για Τα Σπίτια, αλλά και αρκετά  δοκίμια με θέμα πάλι το σπίτι, κάποιο σπίτι του θείου του (πιθανότατα στο σπίτι στο Μεσολόγγι). Ο Τσάτσος στη σπουδαία ανάλυσή του Παλαμά, μιλάει για το ήθος και την ιερότητα του σπιτιού στην ποίηση του Παλαμά, για το σπίτι που κρύβει ότι το ιερότερο και υψηλότερο για τον ποιητή , τον έρωτά του για τη γυναίκα και τον έρωτά του για τα βιβλία, «Μελέτη αγγέλισσα, ηδονή γοργόνα» , κι’αυτά τα δυό , « στο φως και στον ολάνοιχτο ουρανό δεν ζουν. Θέλουν το σκότος του κρυψώνα, θέλουν το ψήλος κάποιας αρχοντιάς, κάποιας σοφίας το βάθος, τη λαγνεία στα χρυσά κρεββάτια της νυχτιάς, σ’ ελεφαντενιες θήκες τα βιβλία.» (Δ.Σ Τα Σπίτια, σ.102 και Τσάτσος, Παλαμας, Ικαρος, 1944, σ.135). Δεν χρειάζεται όμως να ψάξει κανείς ή να κάνει διανοητικούς ακροβατισμούς για να διαπιστώσει το «ερωτικό» στοιχείο που διακατέχει την ποιητική απαίτηση του ποιητή από το σπίτι. Σ’ ένα από τα πρώτα του δοκίμια στο Νουμά, διατυπώνει ξεκάθαρα πως από παιδάκι αντιλαμβανότανε το σπίτι, τι θυμόταν απ’ αυτό και τι περίμενε : « Μια φορά κι’ένα καιρό ζούσα, παιδάκι σ’ένα σπίτι. Το παιδάκι πήγαινε στο σκολειό· μα το παιδάκι δε ζούσε τόσο με τα γράμματα πού ήταν μέσα στα βιβλία του δασκάλου του, όσο ζούσε με κάποιες ζωγραφιές που κρέμονταν σε κάδρα γύρω στους τοίχους του σπιτιού του. Σωστά. Γιατί το παιδάκι δεν διαβάζει τόσο,  όσο κοιτάζει.....τα βιβλία που διάβαζα τότε, τα ξέχασα ·μα τις θυμούμαι πάντα τις ζωγραφιές πού έβλεπα. ....πόσα πράγματα μας ανατρέφουν ασυνείδητα και χωρίς να κρατάν επάνω τους καμιάν επίσημη σφραγίδα παιδαγωγική !» [viii]. Και προχωρεί , περιγράφοντας τις ζωγραφιές που θυμόταν, του Ναπολέοντα του τρίτου, και της Αυτοκράτειρας  Ευγενίας, που γαλούχησαν και διαμόρφωσαν όλο το κλίμα μεσ’ το σπίτι, πώς να αισθάνονται οι ένοικοι  απέναντί τους καθώς περνούσαν τα χρόνια κι’ οι ιστορικές συνθήκες , να μας πει για την πολιτική , την επαναστατικό/πατριωτική και την αισθησιακό/ερωτική διάσταση του σπιτιού. Όλα αυτά σε σχέση των δυό εστεμμένων με την Ελλάδα και τα εθνικά μας θέματα, όπως το χάσιμο της Κρήτης . Πάντως προεξέχει κατά τη γνώμη μου το υπαρξιακό/ερωτικό στοιχείο γύρω από το άτομο/άνδρα Παλαμά, την γαλούχηση των ορμονικών συναισθημάτων του ποιητή με κεντρικό διεγερτικό την ομορφιά και αέρα της φυσιογνωμίας της Ευγενίας με τη λιγνή μέση . Εξομολογείται ότι αγαπούσε την Αυτοκράτειρα, την τόσο ωραία, που «... έλαμπαν τα μάτια της από νεότητα ! Ποιά άλλη θάχε τη μέση της και πιά το στήθος της ; οι ακριβοθώρητες τότε και μικρόσωμες εφημερίδες, η «Αυγή» και το «Φως» , που δεν τις βλέπαμε πιο πολύ από  δυό φορές και μια φορά τη βδομάδα, μας τον κρατούσαν πάντα αναμμένο τον έρωτά μας.»[ix] Και συνεχίζει προσθέτοντας αναμνήσεις από την πολιτική διάσταση του σπιτιού, που  τον βοηθούσαν οι δυό αυτές «ζωγραφιές» να θυμάται. Το σπίτι «επαναστάτης», το σπίτι «μισητής του κακού αυτοκράτορα», το «σπίτι που είχε τη γνώμη του» και «είχε την ποίησή του» . Αυτά τα είπέ αργότερα και ο Σεφέρης σε δικά του ποιήματα για το σπίτι, και πολύ αργότερα ο Γάλλος Gaston Bachelard.
Δεν  έχω απαντήσει  πάντως δυνατότερες συλληπτικές δηλώσεις γύρω απ’την έννοια του «σπιτιού», και δεν νομίζω θα βρει ο αρχιτέκτονας  που προσπαθεί να σχεδιάσει ένα σπίτι, κάτι περιεκτικότερο στο θέμα αυτό από τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Οι ζωγραφιές του Ναπολέοντα του τρίτου και της  Ευγενίας στους τοίχους του πατρικού στο Μεσολόγγι, γιατί μάλλον περί αυτού πρόκειται, μεταλλάζονται αργότερα στις ανάγλυφες πιά ζωγραφιές , γίνονται η  ζωφόρος του Παρθενώνα , δίνουν έννοια και επικοινωνούν τα πάντα στον θεατή , που μέσω αυτής έρχεται σ’ επικοινωνία με τον Ναό, μέσω της πομπής των Παναθηναίων. Το «σπίτι» του Παλαμά, δεν νοείται χωρίς «ζωγραφιές», είναι κατά κάπόιο τρόπο, το «ατελιέ» του ζωγράφου, ένας χώρος ζωής που και με εικόνες λέει και βοηθά να αποτυπωθεί η μνήμη, η ιστορία , αλλά και να εξασφαλισθεί το μέλλον του, καθώς τα παιδιά που μεγαλώνουν θα το ‘ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ» πιο εύκολα, θα το θυμούνται και θα προχωρούν στα επόμενα. Στα στάδια εκείνα της ζωής, που πλέον το σπίτι , οι χώροι για τον έρωτα, χωρίς    πολλά παράθυρα, ή ακόμη κι’ αν τάχει, να δίνει τη  δυνατότητα να κλείνουνε, να επιτρέπουν μεταμόρφωση , «το σκότος του κρυψώνα».   

Τόσον ο Παλαμάς στις «ζωγραφιές» του, όσο και ο αναλυτής του, νεαρός τότε Κωνσταντίνος Τσάτσος, προηγήθηκαν του Bachelard, σε όλα όσα αυτός μας είπε για την ιερότητα και μυστικότητα του σπιτιού και της προσωπικής χωροψυχολογικής σχέσης του χρήστη με αυτά. Την κάθε του λεπτομέρεια, τον κάθε χώρο του, την κάθε εσοχή , υπόγειους χώρους και κρυψώνες του. Το σπίτι της Περιάνδρου 5 , ήταν   προφανώς  ένας εξαναγκαστικός συμβιβασμός. Τι κι’αν πιο κοντά στην Ακρόπολη. Ο Περίγυρος δεν τον ενδιαφέρει , κι’ ούτε τον εμπνέει όπως παλιά. Όλα τώρα διεργάζονται στον χώρο του μυαλού του, τον τελευταίο εσωτερικό χώρο και καταφύγιο του κάθε δημιουργικού χρήστη. Γι’ αυτό στο προηγούμενο δοκίμιο αυτού του αναμνηστικού ρινίσματος μιλάω για το «Νου-χώρο» του Παλαμά.....


 

[i] Βλ. Παλαμά  ποίημα «Το Σπίτι μας» στην «Ασάλευτη Ζωή», επίσης σε  Ε.Ν.Μόσχου, 1993, σ.275. Άλλα σχετικά του Παλαμά με θέμα στο σπίτι, βλ. Παλαμά Κωστή : 1. «Ένα Σπίτι», Απαντα, τόμος Τέταρτος, Εκδόσεις Μπίρη, σσ. 559-561 .   Εικόνες απ’το σπίτι του θείου του οπου αναφέρεται στη σάλα του σπιτιού με τις κρεμασμένες εικόνες, σ.336, Μπιρης 1925.

[ii] Βλ. Παλαμά , δοκίμιο, «Το Σκολείο και το Σπίτι» , Απαντα, τόμος τέταρτος,σς.74, 79,

[iii] βλ. Παλαμά Κωστή : 1. «Ένα Σπίτι», Απαντα, τόμος Τέταρτος,Εκδόσεις Μπίρη, σσ. 559-561

[iv] Βλ. Ε.Ν Μόσχου, 1993, οπου μιλάει για «μια αγάπη τρυφερή και αισθηματική μαζί»και που εκείνη την περίοδο « ...συνάντησε τον εαυτό του και άνοιξε διάλογο μαζί του σε ω΄ρες μοναξιάς και ενδοσκόπησης...»σ. 77-78

[v] Ελλη Σολομωνίδου,  «Η Καθημερινή», σε ΤΗΛΕΦΟ, Αθηνα 6 Φεβρ. 2009, σ.2

[vi] Κωστής Παλαμάς, «Οι Ζωγραφιές»,Εφημερίς  Νουμάς, Αθήνα 5 Ιουνίου 1903

[vii] Αυτό κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1958 , βλ. Gaston Bachelard , La Poetique de l’espace , Presses Universitaires de France, Paris 1958

[viii] Κωστής Παλαμάς, «Οι Ζωγραφιές»,Εφημερίς  Νουμάς, Αθήνα 5 Ιουνίου 1903,

[ix] Ομοίως

--------------------------------------------------------------------------------------------

Σημείωση για το αφιέρωμα :

Τα πάρα πάνω κομμάτια ειναι  απο το ανέκδοτο βιβλίο μου  "Ποιήσεις : Σκέψεις γύρω απο τον Κωστή Παλαμά και την Αρχιτεκτονικη" / ο Τίτλος παίζεται για αρκετα χρόνια στο μυαλό μου και δεν τον θεωρώ τελικό. Το παρόν είναι η προσωπική μου προσφορά, ρίνισμα μνήμης στα 150χρονα από τη γέννησή του. Για περισσότερα σχετικά με την Αρχιτεκτονική και την ποίηση βλ και άρθρα μου  ΕΔΩ (Ελληνικό)και  ΕΔΩ (Αγγλικό) καθώς και βιβλίο μου "Poetics of Architecture: Theory of Design", Van Nostrand Reinhold , New York, 1990, John Wiley and Sons Inc., New York, 1993)

©Αντώνης Κ. Αντωνιάδης 

Υδρα/Φλεβάρης 2009

NOTE: The above, extracts from the author's unpublished book "Poetries: Thoughts on Kostis Palamas and Architecture", was published on Feb.27/2009 , 46th memorial day from the death of the national Greek Poet Kostis Palamas, in the Greek architectural Magazine www.greekarchitects.gr , for specific link see: http://www.greekarchitects.gr/index.php?maincat=2&newid=2042 For English Translation please check here in the near future....A.C.Antoniades, AIA

BACK